Αναγνώστες

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Μη μιλάς άλλο για αγάπη

" Πάααρε με και κάνε με ότι θες".... γκλιν γκλον.
- Ωραίος σταθμός αυτός... σκέφτηκε ο Λούκουλος χαζεύοντας το ραδιόφωνο που έπαιζε μουσική.  Είχε πέσει η νύχτα και αυτή η χαλαρή, μπλαζέ μουσική που υπέκρυπτε ωστόσο κρυφά πάθη ήταν η καλύτερη συντροφιά εκείνη τη στιγμή. Ήταν και Παρασκευή και το μυαλό του προσπαθούσε να ισορροπήσει από τα πάθη της εβδομάδας που τελείωνε. Ήταν ζεστό το βράδυ και αυτή η ξεραίλα της ατμόσφαιρας τον εκνεύριζε. Παρά τη κούραση και το μούδιασμα των στιγμών, σηκώθηκε αργά και τράβηξε προς το μπαλκόνι. Στάθηκε κάτω απο την μπαλκονόπορτα, σήκωσε το κεφάλι και άρχιζε να χαζεύει τον αστροφορεμένο ουρανό. Τρόπως του λέγειν αστροφορεμένος, διότι αυτά τα κωλοσύννεφα χαλούσαν το ντεκόρ. Στην ησυχία του δωματίου άκουσε βήματα που δημιουργούσαν ρυθμικούς ήχους στο παλιό ξύλινο πάτωμα. Γύρισε το κεφάλι του και είδε το Παιδί. Έτσι αποκαλούσε πλέον τον Χρόνο που εμφανιζόταν μπροστά του με την μορφή του παιδικού του εαυτού.
-Καλώς τον. Πως απο δώ? Εσύ απεχθάνεσαι τη ζέστη... είπε ο Λούκουλος.
-  Άστα. Όπου και να πάω τώρα έχει ζέστη. Ήρθα απο δω που έχει και ησυχία. Τι κάνεις?
- Τα ίδια.
-Βαριέσαι?
- Βασικά... δε ξέρω. Άπνοια.
- Τι σκέφτεσαι?... ρώτησε το Παιδί τον άνδρα που στεκόταν στην μπαλκονόπορτα.
- Κάτι που μου ήρθε σήμερα το πρωί.
-Τι πράγμα?
- Να... σκέφτηκα πως η ζωή είναι σκληρή. Κάποιες φορές σου φέρνει την αγάπη όταν σου έχει ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα επιθυμίας να αγαπηθείς. Όταν έχεις στεγνώσει.
- Και?
- Και... τίποτα.
- Μη χωλοσκάς. Στα πιο ξερά χώματα ανθίζουν κάποιες φορές  τα πιο σπάνια και όμορφα  λουλούδια. Πάντως έχεις δίκιο. Κάνει πολύ ζέστη εδώ.  Πάω να βουτήξω... είπε το Παιδί και αφού μεταμόρφωσε τα ρούχα του σε μαγιό, διακτινίστηκε την ώρα που έβγαζε απο το πουθενά μια μάσκα βυθού, φορώντας την στο πρόσωπο.
Το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει την Συννεφούλα:... μη μιλάς άλλο για αγάπη, η αγάπη είναι παντού....
- Καλό καλοκαίρι!... σκέφτηκε ο Λούκουλος χαμογελώντας.

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Τα μιλφοκούγκαρα του Αιγαίου


Ήταν μεσημέρι και ο ήλιος έκαιγε την ξανθή άμμο της παραλίας του μικρού κυκλαδίτικου νησιού. Ο Μάξιμος βρισκόταν εκεί από νωρίς το πρωί, έχοντας ξαπλώσει νωχελικά σε μια από τις μεταλλικές ξαπλώστρες της πλαζ. Είχε πατήσει τα 33 και φέτος το καλοκαίρι είχε πάρει την απόφαση να πάει μόνος του διακοπές. Ξαπλωμένος κάτω από την ομπρέλα ο νεαρός άνδρας χάζευε  τις γυναίκες που λιαζόντουσαν γύρω του. Θηλυκά από 25 έως 45 ετών, σύγχρονες μικροαστές, είχαν γεμίσει την παραλία, απολαμβάνοντας τον ήλιο και την θάλασσα. Ο Μάξιμος έχοντας διαλύσει από το φθινόπωρο την τελευταία σχέση του, ήταν εδώ και μήνες ελεύθερος για νέους προορισμούς. Είχε κουραστεί να τα φτιάχνει με συνομήλικες του, καθώς είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι περισσότερες κουβαλούσαν απωθημένα παλαιότερων ανεκπλήρωτων σχέσεων. Απωθημένα που τις έκαναν δυστυχισμένες, καθώς οι αναμνήσεις του παρελθόντος από το οποίο δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν αλλά και οι ενοχές τις οποίες ένοιωθαν, τις εγκλώβιζαν συναισθηματικά. Αυτό είχε ως συνέπεια να συμπεριφέρονται αλλοπρόσαλλα στα επόμενα αρσενικά με τα οποία θα έμπλεκαν. Ένα τέτοιο αρσενικό, πίστευε ο Μάξιμος, πως ήταν και ο ίδιος. 

Η ώρα ήταν δωδεκάμιση και ο καφές στο πλαστικό του ποτήρι είχε τελειώσει. Νοιώθοντας την ανάγκη για καφεΐνη, σηκώθηκε όρθιος και κατευθύνθηκε στο μικρό μπαράκι της παραλίας. Ο νεαρός άνδρας έριξε μια ματιά γύρω του και είδε κάτι που τον έκανε να χαμογελάσει. Σε δύο τρία τραπεζάκια του υπαίθριου μπαρ είχαν αράξει παρέες γυναικών, ηλικίας 40 έως 45 ετών. Ο Μάξιμος εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τον κολλητό του φίλο, τον Πρόδρομο, ο οποίος ήταν λάτρης των ώριμων γυναικών, τις οποίες και αποκαλούσε σκωπτικά ως «μιλφοκούγκαρα». Θυμήθηκε πόσο εντύπωση του χε κάνει η λέξη αυτή όταν την είχε πρωτακούσει:

- Πως τις είπες? Μιλφοκούγκαρα? Και τι σημαίνει?

- Εσύ ρωτάς, που βλέπεις και τσόντες? Είναι ο  συνδυασμός των λέξεων Μίλφ (1)  και Κούγκαρ(2).

- Είσαι απίστευτός!... του απάντησε ο Μάξιμος

 Περιμένοντας να δώσει παραγγελία, ο νεαρός διέκρινε στην άκρη της μπάρας να στέκεται όρθια μια γυναίκα, που σίγουρα ο Πρόδρομος θα την χαρακτήριζε «μιλφοκούγκαρο». Ήταν γύρω στα 45, ψηλή, αδύνατη, ηλιοκαμένη, με ένα μικρό μοβ σκουλαρίκι στον αφαλό, ενώ φορούσε και ένα θαλασσί μπικίνι. Ξεφύλλιζε ένα περιοδικό, στο εξώφυλλο του οποίου υπήρχε η φωτογραφία ενός χελιδονιού να στέκεται σε ένα κλαδί. Καθώς ο Μάξιμος χάζευε το εξώφυλλο, διέκρινε με την άκρη των ματιών του την μελαχρινή γυναίκα να σηκώνει το βλέμμα της από την σελίδα που διάβαζε και να τον κοιτάει. Του χαμογέλασε.

-Παρακαλώ, τι θα θέλατε?.., ρώτησε ο μπάρμαν κόβοντας τη στιγμή στα δύο.

-Ένα φραπέ μέτριο με πολύ γάλα… απάντησε ο Μάξιμος. Ύστερα το βλέμμα του ξανάπεσε σε εκείνο της ώριμης γυναίκας, η οποία είχε πάρει ένα παγάκι από το μπαρ ακουμπώντας το στον λαιμό της. Κοίταζε τον Μάξιμο χαμογελώντας και λίγες στιγμές μετά, άφησε τον πάγο να πέσει χαριτωμένα από το χέρι της στο χώμα. Ύστερα η γυναίκα έβγαλε ένα τσιγάρο μέσα από το μεταλλικό κουτί που είχε για νεσεσέρ , ψάχνοντας να βρει αναπτήρα. Ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ο Μάξιμος την πλησίασε, έβγαλε τον αναπτήρα που είχε στη τσέπη και της άναψε τη φλόγα. Εκείνη καπνίζοντας τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.

- Με λένε Μάξιμο.. συστήθηκε εκείνος χαμογελώντας

- Χαίρω πολύ. Μαργαρίτα! … απάντησε εκείνη.

Έπιασαν τη κουβέντα. Ο νεαρός άνδρας, κατηύθυνε την συζήτηση σε θέματα από αυτά που σπάνε τον πάγο. Κουβέντα για το νησί, τις ομορφιές του αλλά και για αυτά που έμειναν πίσω για λίγο στη μεγάλη πόλη. Η γυναίκα φαινόταν αρκετά δεκτική, ενώ μιλούσε όταν έπρεπε, για να διευκολύνει την συνέχεια της συζήτησης. Είχε έρθει και εκείνη μόνη για διακοπές.

Είχε περάσει ήδη μια ώρα και το ζευγάρι ένοιωθε μεγάλη οικειότητα. Με τη ζέστη να έχει δυναμώσει στο βαθύ μεσημέρι, κατάλαβαν και οι δυο τους πως κάπου εκεί θα έπρεπε να αποχωριστούν. Ο Μάξιμος ζήτησε το τηλέφωνο της. Εκείνη του το έδωσε αμέσως προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να την επισκεφθεί το βραδάκι στο διαμέρισμα της  που είχε θέα το απέραντο γαλάζιο. Εκείνος την άφησε πίσω του με ένα χαμόγελο, χαϊδεύοντας της απαλά το χέρι. Η παραλία είχε γεμίσει από κόσμο, ωστόσο ο Μάξιμος ένοιωθε μια απέραντη ησυχία γύρω του. Νόμιζε πως τα αυτιά του είχαν βουλώσει, χωρίς να μπορεί να ακούσει τίποτα. Ναι, αυτή η γνώριμη ησυχία και γαλήνη που νοιώθει κάποιος όταν ένα ευχάριστο, αναπάντεχο γεγονός του αλλάζει τα δεδομένα.

 Το ρολόι της εκκλησίας στην πλατεία έδειχνε οκτώ. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει στο νησί, αφήνοντας το κοκκινωπό του χρώμα να λερώνει τον γαλάζιο ουρανό. Ο Μάξιμος βρισκόταν στην είσοδο του συγκροτήματος ενοικιαζόμενων δωματίων που διέμενε η Μαργαρίτα, κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι. Ήταν και ρομαντικός! Λίγα λεπτά αργότερα  βρισκόταν έξω από δωμάτιο της. Τον υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Βγήκαν στη βεράντα, όπου η οικοδέσποινα γέμισε δύο ποτήρια με παγωμένο λευκό κρασί. Αφού ήπιαν δυο γουλιές, η γυναίκα τον ρώτησε:

- Λοιπόν; Πού είχαμε μείνει;

Ο νεαρός άνδρας της έδωσε ένα βαθύ φιλί στο στόμα.

Ένα χελιδόνι έκανε την εμφάνιση του από το πουθενά καθώς προσγειώθηκε πάνω στα κάγκελα του διπλανού μπαλκονιού. Ο Μάξιμος με την άκρη του ματιού του το παρατήρησε με έκπληξη, ενθυμούμενος το εξώφυλλο του περιοδικού το πρωί στην πλαζ. Το χελιδόνι κοίταζε τον Μάξιμο ενώ ανοίγοντας το ράμφος του άρχισε να μιλάει λέγοντας: Μίλφ, Μίλφ, Μίλφ, σχεδόν κελαηδιστά.

Ο Μάξιμος το κοίταζε, έχοντας χώσει τη γλώσσα του στο στόμα της Μαργαρίτας. Μια γάτα ξεπρόβαλε μέσα από το διπλανό διαμέρισμα, πλησιάζοντας αθόρυβα το χελιδόνι. Μόλις βρέθηκε σε απόσταση βολής, το αιλουροειδές πήδηξε γραπώνοντας με τα δόντια του το φτωχό πουλάκι. Η Μαργαρίτα τράβηξε τον Μάξιμο γρήγορα μέσα στο δωμάτιο, η γάτα άρχισε να τρώει το γεύμα της, ενώ ο αέρας άρχισε να δυναμώνει στο μικρό κυκλαδίτικο νησί.-


Σημείωση: (1) M.I.L.F. (Μιλφ): Mother I would Like to Fuck. Σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «η μάνα που θα θελα να κάνω σεξ μαζί της». Στην ορολογία των ταινιών πορνό, ο όρος  M.I.L.F. αναφέρεται στις ώριμες γυναίκες ηλικίας 35-45 ετών.

(2) Cougar (Κούγκαρ): Είδος πάνθηρα που ζει στην Αμερική. Μεταφορικά ο όρος χρησιμοποιείται στις ταινίες πορνό για να χαρακτηρίσει ώριμες γυναίκες οι οποίες «κυνηγούν» και διεκδικούν ερωτικά νεαρούς άνδρες. 

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ένα όνειρο?

?

Ο ουρανός είχε αποκτήσει γκρίζο χρώμα εκείνο το πρωινό, ενώ ο αέρας χόρευε γρήγορα  απο κάτω του με απροσδιόριστες κινήσεις. Ο Λούκουλος περπατούσε τη  μεγάλη λεωφόρο στην άκρη της πόλης με σταθερά βήματα, χωρίς να ξέρει τον προορισμό του. Άλλωστε αυτή η έλλειψη προορισμού ήταν που τον έκανε να νοιώθει μεγαλύτερη ελευθερία και λιγότερο άγχος. Αυτό τον γέμιζε με ευχαρίστηση κάθε φορά που το μυαλό του και η ζωή του έπηζαν απο διάφορες μαλακίες της καθημερινής του ζωής. Περπάταγε κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, σαν την κεφαλή μια αργόσυρτης, σχεδόν ακατανόητης και βαρετής παρέλασης. Ο δρόμος ήταν άδειος γύρω του. Πήρε την απόφαση και άφησε το πεζοδρόμιο, προχωρώντας προς την μέση του δρόμου. Στάθηκε πάνω στην λευκή διαχωριστική λωρίδα και κοίταξε μπροστά. Το τοπίο ήταν γκρίζο και θολό. Δεν προμύνηε κάτι θετικό. Ξεκίνησε να βαδίζει προς τα εμπρός. Τα βήματα του γίνονταν όλο και πιο αργά, σα να ήθελε κάποια δύναμη να εμποδίσει την πορεία του προς τα μπρος. Καθώς προχωρούσε, έβλεπε να βγαίνουν ξαφνικά κάτω απο την άσφαλτο, στις δύο λωρίδες του δρόμου, δεξιά και αριστερά, διάφορα μορφώματα. Από την αριστερή  λωρίδα, οι μορφές  είχαν την όψη δαιμόνων. Όχι όμως τρομακτικών, αλλά όμορφων και εντυπωσιακών. Απο την δεξιά λωρίδα, ξεφύτρωναν μικρά, καμπουριασμένα πλάσματα που του μίλαγαν με νοήματα. Σιωπηλά. Σα να έπρεπε εκείνος να αποκωδικοποιήσει τα λόγια τους. Το σκηνικό έμοιαζε με ηλεκτρονικό παιχνίδι, στο οποίο ο ήρωας προχωράει στη πίστα και πρέπει να σκοτώσει τα διάφορα τέρατα που εμφανίζονται μπροστά του. Ο Λούκουλος όμως δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή ποια ήταν μπροστά του τα τέρατα που έπρεπε να σκοτώσει. Μήπως ήταν οι προκλητικά πανέμορφοι δαίμονες στα αριστερά ή μήπως τα απροσδιόριστης ιδιότητας πλάσματα στα δεξιά? Ή μήπως και τα δύο? Ταυτόχρονα φαινόταν πως ανάμεσα στις δύο πλευρές, στα όντα της δεξιάς και της αριστερής λωρίδας υπήρχε έντονος ανταγωνισμός, για το ποιός θα κερδίσει την προτίμηση του άνδρα που περπάταγε πάνω στη λευκή λωρίδα. Εκείνος άρχισε να νοιώθει αφόριτη πίεση. Σε πείσμα των καταστάσεων συνέχισε την πορεία του προς τα εμπρός. Το τοπίο μπροστά του άρχισε να γίνεται όλο και πιο γκρίζο. Τα τέρατα δεξιά και αριστερά του, καλά και κακά, πολλαπλασιάζονταν, βγαίνοντας απο την γη κατά δεκάδες. Ο Λούκουλος έψαχνε για μια διέξοδο. Μπροστά του όμως  υπήρχε ένας θολό τοπίο το οποίο ήταν  μονόδρομος για κείνον και στο οποίο έπρεπε να κατευθυνθεί. Έψαχνε απεγνωσμένα για έναν απο μηχανής θεό. Άρχισε να τρέχει. Οι ελκυστικοί δαίμονες αριστερά του γέλαγαν. Τα κοντά πλάσματα δεξιά του μίλαγαν πιο γρήγορα την άλαλη διάλεκτο τους. Οι σφυγμοί του είχαν ανέβει και ο ιδρώτας απο το μέτωπο και τον λαιμό του πετάγονταν δεξιά και αριστερά, όπως τα υγρά ενος δοχείου που βρίσκεται στο μέγιστο της βράσης και οι σταγόνες φεύγουν ανεξέλεγκτα. Στο βάθος του δρόμου και πάνω στην λευκή διαχωριστική λωρίδα του , ο άνδρας με θολά μάτια άρχισε να διακρίνει την φιγούρα ενός μικρού παιδιού, η οποία γινόταν όλο και πιο ευκρινής καθώς άφηνε πίσω του τον δρόμο. Τι παράξενο. Το παιδί έμοιαζε με εκείνον στην παιδική του  ηλικία. Θα λεγε κανείς πως ήταν ο ίδιος, με χώμα πάνω στα χέρια και τα ρούχα του. Σαν να άφησε το παιχνίδι του σε κάποιο πάρκο απο μια άλλη εποχή και πέταξε στο τώρα. Το παιδί φόραγε μια παράξενη στολή, σαν αποκριάτικη. Η στολή απεικόνιζε ένα ρολόι, που οι δείκτες του όμως κινούταν σα να ήταν αληθινοί. Σαν πραγματικό ρολόι. Ο άνδρας είχε φτάσει σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων απο το παιδί. Λές να ήταν αυτό ο απο μηχανής?... σκεφτόταν. Σε απάντηση αυτής της απορίας του, μια λεζάντα μέσα σε φωτοστέφανο απο αστερόσκονη σχηματίστηκε πάνω απο το κεφάλι του παιδιού που έγραφε: God from the machine?... Not this time. Η ανησυχία του Λούκουλου άρχισε να μεγαλώνει. Τόσο που στο τέλος τα πόδια του άρχισαν να βαραίνουν.  Τα βήματα του γίνοταν όλο και πιο αργά. Πλέον περπάταγε σερνόμενος, αφήνοντας το τρέξιμο στα δευτερόλεπτα του παρελθόντος που μόλις πέρασε. Στο τέλος έμεινε ακίνητος σχεδόν δέκα μέτρα απόστασης απο το παιδί. Εκείνο τον κοίταζε βλοσυρό. Εκείνος κοίταζε δεξιά και αριστερά τον δρόμο που ήταν γεμάτος απο πλάσματα και δαίμονες. Έκλεισε τα μάτια και ζωγράφισε στο μυαλό του μια λίμνη με σκούρο χρώμα. Μια κυκλική λίμνη που περιμετρικά κατέλειγε και έκλεινε σε ένα μεταλλικό φερμουάρ. Ο Λούκουλος άνοιξε τα μάτια του και μαζί με αυτά και το φερμουάρ. Το νερό της λίμνης που μέχρι τότε έμοιαζε ακίνητο μέσα της, άρχισε να χύνεται στην άσφαλτο, κατακλύζοντας την και πνίγοντας όλα τα πλάσματα που βρίσκοταν εκεί. Μόνο εκείνος και το παιδί έμοιαζαν ανεπηρέαστοι απο την ξαφνική πλημμύρα, καθώς υπήρχε ένας κύκλος που εμπόδιζε το νερό να τους πλησιάσει. Το παιδί κοίταζε χαμογελαστό τον Λούκουλο και λίγα δευτερόλεπτα μετά του ψιθύρισε:
- Μέχρι τον επόμενο εφιάλτη!
Τότε το παιδί εξεράγη, ενώ τα κομμάτια του φώτισαν με την λάμψη τον χώρο. Το σκηνικό επανήλθε στην κανονική του μορφή. Ο δρόμος με την λευκή διαχωριστική γραμμή ξανάγινε όπως ήταν, με αυτοκίνητα να τον διασχίζουν και ανθρώπους να περπατάνε στο πλάι του. Ο Λούκουλος εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στην διαχωριστική γραμμή ακίνητος. Κοίταζε ευθεία μπροστά και έβλεπε πως τη θέση του θολού τοπίου είχε πάρει ένα καταπράσινο βουνό που δέσποζε μπροστά. Πουλάκια πετούσαν ανέμελα μπροστά του τιτιβίζοντας, ενώ ο ήλιος βάφτιζε με το λαμπρό του φως ότι τύχαινε να τον δει.
- Όνειρα... σκέφτηκε και βάδισε προς το αριστερό πεζοδρόμιο, μπλέκοντας την σκιά του με εκείνη των υπόλοιπων πεζών.


Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Το τάνγκα της οργής


Πριν από λίγες μέρες ήταν. Πρωινό Σαββάτου. Είχε ξημερώσει για τα καλά, αλλά κάτι ο μολυβένιος, συννεφιασμένος καιρός, κάτι η κούραση της εβδομάδας, με έκαναν να σηκωθώ με βαρύ κεφάλι. Ε, δεν είναι και λίγο πράγμα η μετακόμιση που μόλις τελειώσει. Διανύοντας την εβδομάδα προσαρμογής, που λέγαμε και στο στρατό, μέσα στο νέο μου σπίτι, σηκώθηκα πιασμένος. Έφτιαξα καφέ και βγήκα στο μικρό μπαλκόνι για να τον απολαύσω καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Στο προηγούμενο σπίτι που έμενα, η θέα από το εκεί μπαλκόνι ήταν παρεμφερής με την τωρινή. Γκρίζες πολυκατοικίες γύρω γύρω, μικρά και μεγάλα μπαλκόνια περιμετρικά του ακάλυπτου χώρου, φωνές μικρών παιδιών, θόρυβοι καθημερινότητας. Τώρα μία από τα ίδια, με την διαφορά πως επειδή μένω σε χαμηλότερο όροφο, κάποια διαμερίσματα είναι φάτσα απέναντι μου. Βγαίνω λοιπόν έξω, ανάβω τσιγάρο, πίνω λίγο καφέ και το μάτι πέφτει ασυναίσθητα στο απέναντι μπαλκόνι. Για την ακρίβεια έπεσε πάνω σε κάτι που κρεμόταν από αυτό. Ένα μαύρο, διαφανές, δαντελωτό εσώρουχο τάνγκα. Και δίπλα δεξιά και ένα άλλο ενώ αριστερά κρεμόταν ένα  μαύρο σουτιέν. Το πάνω μου κεφάλι με μιας ξύπνησε. Ίσως επειδή ξύπνησε πρώτα το κάτω. Στεκόμουν ακίνητος, κάπνιζα, έπινα καφέ και κοίταζα τη σειρά εσωρούχων, σα να ήταν σε βιτρίνα.
-Ποιο αιθέριο, αγγελικό πλάσμα να φορούσε άραγε αυτά τα μαύρα «φτερά» στις καμπύλες του?... σκεφτόμουνα.
  Μετά από λίγο βγήκε η ιδιοκτήτρια τους να κάνει δουλειές στο μπαλκόνι. Δεν την είχα ξαναδεί. Ήταν μεσόκοπη, μικρός κουβάς, με ανακατωμένο μαλλί και ρόμπα από μπιτζαμάδικο. Κυρά Κατίνα της διπλανής πόρτας. Κάτι με χάλασε. Έβηξα αυθόρμητα, ήπια μια γουλιά καφέ και μπήκα μέσα. Σκεφτόμουν…  Περιτυλίγματα!

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Δικέφαλος Πειρασμός (τρελή και ακατάλληλη ιστορία)


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα λευκό δωμάτιο. Ένα δωμάτιο κάτασπρο, κενό, με μια πόρτα μόνο στην δεξιά άκρη της οποίας υπήρχε ένα χρυσό πόμολο. Μέσα στο δωμάτιο και συγκεκριμένα στη μέση αυτού, στεκόταν ένας άνδρας γυμνός. Ήταν θηριώδης και είχε κάτι το παράξενο. Το πέος του είχε δυο κεφαλιά. Έμοιαζε πολύ με διχαλωτη γλώσσα φιδιού. Οι θεοί όταν γεννήθηκε θέλησαν να του κάνουν ένα άσχημο αστείο.  Τον έκαναν να πιστέψει πως θα μπορούσε να νοιώθει ηδονή και από τα δυό  κεφάλια του διχαλωτου πέους του, με την προϋπόθεση πως  θα έπρεπε να εκσπερματίζουν και τα δύο ταυτόχρονα. Διαφορετικά,  αν κάποιο από τα δύο κεφάλια τελείωνε πριν το άλλο, τότε ο άνδρας θα πέθαινε. Και  τώρα είχε μια τέτοια δυσκολία να αντιμετωπίσει. Οι θεοί τον είχαν κλειδωμένο  σε αυτό το άθλιο λευκό δωμάτιο και του είχαν βάλει μπροστά στα πόδια του μια μικρή λερναία ύδρα, με δύο πλοκάμια που υψώνονταν μέχρι το πέος του. Οι άκρες των δύο πλοκαμιών κατέληγαν σε δύο γυναικεία κεφάλια. Μιας ξανθιάς που κοίταζε το δεξί κεφάλι του πέους του και μιας μελαχρινης που κοίταζε το αριστερό κεφάλι. Οι θεοί είχαν δώσει εντολή στις δύο γυναίκες να θηλάσουν τα πεοκέφαλα που θα έβλεπαν μπροστά τους, κάνοντας τα να εκσπερματίσουν.  Από την άλλη οι θεοί είχαν δώσει στον άνδρα μια χατζάρα σαν βοήθεια προκειμένου να κόψει, εάν χρειαζόταν,  το κεφάλι της γυναίκας εκείνης που θα έκανε το πεοκέφαλο που θα έβαζε στο στόμα της σε πρόωρη εκσπερμάτιση. Αν κατάφερνε ο μεγαλόσωμος άνδρας να εκσπερματισει ταυτόχρονα και από τα δύο του κεφάλια, τότε η πόρτα του δωματίου θα άνοιγε και πλέον θα ήταν ελεύθερος.
Οι δύο γυναίκες ξεκίνησαν το πεοθηλασμό. Η ξανθιά θήλαζε αργά, σα να μην βιαζόταν να κάνει τον άνδρα να εκσπερματίσει. Αντίθετα η μελαχρινή του δινε να καταλάβει.
- Κορίτσια θα θελα πριν συνεχίσετε να γνωριστούμε πρώτα... είπε ο άνδρας στις δύο γυναίκες. Η ξανθιά τράβηξε το κεφάλι της και συστήθηκε χαμογελαστά:
- Γκεια σου. Με λλενε Νατάσσα και ειιμαι από το Μπρατισλάβ. Συγγνώμη που ντεν μιλάω καλά ελληνικά αλλά είμαι σλοβάκα.
- Δεν πειράζει καρδιά μου. Εγώ είμαι ο Λούκουλος.
- Καίρομαι Λούκουλος που σε γκνωρίζω.
Η μελαχρινή στο μεταξύ από την άλλη συνέχιζε βιαστικά το γλείψιμο.
- Εσένα καλό μου πως σε λένε? ρώτησε γλυκά ο άνδρας την μελαχρινή κοπέλα. Εκείνη τραβήχτηκε απότομα και με υγρό βλέμμα γεμάτο αποστροφή, κοίταξε τον Λούκουλο λέγοντας του με τσιγαρόβραχνη φωνή:
- Με λένε Φώφη, είμαι από τη Καλλιθέα και γαμώ την ατυχία μου που οι μαλάκες οι θεοί με βάλανε πρωινιάτικα να σε τσιμπουκώσω. Όχι τίποτα άλλο αλλά δε με αφήσανε να φορέσω και τα Dolce πατομπούκαλα μου. Ξέρεις αυτά που φοράμε όλες σαν παράσημα της αυταρέσκειας μας.
- Τώρα με ξενερωσες... απάντησε ο άνδρας ενώ το αριστερό πεοκεφαλο του μαραθηκε.
- Δε πειράζει, θα στο ξανακάνω τούρμπο... απάντησε η Φώφη γεμάτη αυτοπεποιθεση. Ύστερα ρούφηξε το πεοκέφαλο της βιαστικά και με γρήγορες κινήσεις ξανάρχισε τη τέχνη της. Η Νατάσσα κοίταζε με ένα γλυκό χαμόγελο τον άνδρα περιμένοντας τις εντολές του.
- Έλα γλυκιά μου ξεκινά και συ... της είπε εκείνος και η ξανθομαλλούσα κεφαλή άρχισε πάλι τον αργό και γεμάτο αφοσίωση πεοθηλασμό.
Η αλήθεια ήταν πως η Φώφη ήταν καλύτερη από την αλλοδαπή στην εργασία αυτή με αποτέλεσμα ο άνδρας να νοιώθει επικίνδυνα έτοιμος να εκσπερματίσει από το αριστερό κεφάλι.
- Ήρεμα καλό μου! είπε ο άνδρας στη μελαχρινή και εκείνη φτύνοντας το πρησμένο  πεοκέφαλο, του απαντησε:
- Τι ηρεμα ρε φίλε? Άντε να τελειώνουμε γιατί με περιμένουν και τα κορίτσια, η Γιούλη και η Πέπη να πάμε για ψώνια.
- Μη ξεχνάς καλή μου πως πρέπει να εκσπερματίσουν και τα δυο κεφάλια ταυτόχρονα αλλιώς αν τελειώσω πρώτα στο στόμα σου, θα πεθάνω.
- Πως? Δεν μου τα πανε αυτά οι θεοί! Δε με νοιάζει! Τα κορίτσια με περιμένουν όπως με περιμένουν και εκείνα τα Prada στη βιτρίνα. Α ξεχασα και το καφέ που θα πάμε μετά οι θεές. Όχι δε τα χάνω με τίποτα. Έλα, χύσε να τελειώνουμε... είπε η Φώφη ξεκινώντας πάλι το πεοθηλασμό.
Ο άνδρας νοιώθοντας την γνωστή έκσταση λίγο πριν την ολοκλήρωση, σήκωσε ψηλά τη χατζάρα που κρατούσε στο δεξί του χέρι και χραπ... έκοψε το κεφάλι της μελαχρινης δυό μόλις στιγμές πριν εκσπερματίσει. Η Νατάσσα όλο αυτό το διάστημα συνέχιζε αργά και με επιμονή το έργο της. Αφού κόπηκε το κεφάλι της Φωφης, η λερναία ύδρα πέταξε αλλά δυο κεφαλια στη θέση του. Μιας κόκκινομαλλας και μιας μελαχρινης.
- Κορίτσια ποιές είστε εσείς? ρώτησε με έκπληξη ο άνδρας.
- Εγώ είμαι η Γιούλη απάντησε η κοκκινομάλλα και δίπλα η Πέπη. Εσύ είσαι ρε καριόλη που έκοψες το κεφάλι της κολλητής μας, της Φωφης και εξαιτίας σου θα χάσουμε τα Prada στη βιτρίνα και το καφεδάκι μας στο cafe Trendy?
- Συγγνώμη κορίτσια αλλά η φίλη σας δεν ήθελε να καταλάβει πως αν τελείωνα πρώτα σε εκείνη, θα πέθαινα.
- Να πεθάνεις ρε μαλάκα! Εξαιτίας σου θα χάσουμε και το καφέ μας... απάντησε η Πέπη και συνέχισε... Όχι τίποτα άλλο, αλλά σήμερα Σάββατο θα είναι μαζεμένοι στη καφετέρια και ένα σωρό αλλά θύματα σα και σένα με τη γλώσσα έξω να θαυμάζουν τα μπουτάκια μας.
Ακολούθησαν μερικές στιγμές σιωπής, ενώ την ίδια ώρα στο διπλανό πεοκεφαλο η ξανθιά Νατάσσα συνέχιζε τη δουλειά της κάνοντας τον Λουκουλο να νοιώθει έτοιμος να ολοκληρώσει. Εκείνος της έπιασε μαλακά τα ολόξανθα φωτεινά μαλλιά της, τραβώντας την μακριά από το ερεθισμένο δεξιό πεοκεφαλο του.
- Σιγά!.. Της είπε γλυκά. Εκείνη έγνεψε καταφατικά και χαμογελώντας έδειξε στωικότητα. Ταυτόχρονα οι δυο φίλες δίπλα μάλωναν καθώς καμία τους  δεν ήθελε να πεοθηλάσει.
- Γιούλη μου όχι! Δε κανω πίπα σε κάποιον που δεν μου έχει δηλώσει απόλυτη υποταγή. Σε κάποιον που να μου δώσει όλο του το είναι, ότι έχει και δεν έχει, την αξιοπρέπεια του, τη νοημοσύνη του, το πορτοφόλι του και φυσικά να έχει ακουμπήσει την δεξιά του παλάμη πάνω στο σκουλαρίκι της μπυροκοιλιτσας μου φωνάζοντας: ορκιζομαι!
- Και γω τα ίδια θα σου λεγα  Πέπη μου. Γιατί να τον τσιμπουκώσω λοιπόν εγώ πρώτη?
Ο Λούκουλος βρισκόταν σε απόγνωση. Έτσι όπως πήγαινε δεν θα κατάφερνε ποτέ να εκσπερματίσει ταυτόχρονα από τα δυο κεφάλια. Η Νατάσσα βλέποντας την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, του κλείσε το μάτι και αθόρυβα πλησίασε το πρόσωπο της στα δυο πεοκέφαλα βάζοντας τα βαθιά στο στόμα της. Στη συνέχεια άρχισε να θηλάζει γρήγορα και παθιασμένα. Οι άλλες δυο γυναίκες συνέχιζαν να τσακώνονται. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο άνδρας εκσπερμάτισε ταυτόχρονα και από τα δυο κεφάλια, βγάζοντας ένα δυνατό μουγκριτό. Αφού συνήλθε σήκωσε ψιλά τη χατζάρα, κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια τις δυο φίλες που τον θωρούσαν με τρόμο.
- Καριολες!... Καλό shopping να χετε!...  τους είπε και με γρήγορη, βίαιη κίνηση πέρασε τη χατζάρα μέσα από τους λαιμούς τους, κόβοντας τους στα δύο. Τότε κάτι αναπάντεχο συνέβη. Μεγάλος σεισμός άρχισε να τραντάζει το λευκό δωμάτιο ενώ τα δυο πεοκέφαλα του άνδρα ενώθηκαν και έγιναν ένα, παίρνοντας το πέος του κανονική μορφή. Ταυτόχρονα η πόρτα του δωματίου άνοιξε, ενώ το σώμα της λερναίας ύδρας μεταμορφώθηκε σε γυναικείο στο πάνω άκρο του οποίου βρισκόταν πλέον φυσιολογικά το κεφάλι της Νατάσσας.
- Είσαι όπως σε φανταζόμουν! Ψιλή με λευκό μεταξενιο δέρμα! της είπε ο άνδρας.
Εκείνη χαμογέλασε και πιάνοντας του το χέρι του είπε με σιγανή γλυκιά φωνή:
- Έλα αγκαπη μου! Παμε να βρούμε ρουκα να φορέσουμε!
Εκείνος έγνεψε χαμογελαστά και αγκαλιασμένοι πήραν το δρόμο για την έξοδο.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Δείπνο με την Καλυψώ (Μια φανταστική, τολμηρή ιστορία)


Η ώρα είχε φτάσει οκτώ και εγώ ήμουν για μια ακόμα φορά ακριβής στο ραντεβού μου. Το σκηνικό στη μικρή κοιλάδα στην χώρα της Απάθειας είχε στηθεί αρκετά εντυπωσιακά, αποπνέοντας ένα μοναδικό μυστήριο. Τα εκατοντάδες μικρά λευκά κεράκια που ήταν φυτεμένα στο γρασίδι σχημάτιζαν ένα τεράστιο φωτεινό κύκλο σε ακτίνα 20 περίπου μέτρων. Στο κέντρο του βρίσκονταν ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι στρωμένο με κόκκινο τραπεζομάντιλο. Τα 2 σερβίτσια παρατεταγμένα το ένα απέναντι στο άλλο, με το ασημένιο κηροπήγιο στη μέση να τα χωρίζει σαν διαιτητής, συμπλήρωναν τo ντεκόρ. Πλησίασα στο τραπέζι και κάθισα στην καρέκλα που έβλεπε προς το κάστρο μου, στο βόρειο άκρο της κοιλάδας.
-Καλησπέρα… άκουσα να μου λέει πίσω από την πλάτη μου η Καλυψώ, το τοπικό θηλυκό βαμπίρ της Απάθειας. Σηκώνομαι για να την χαιρετίσω και η θέα της με εντυπωσιάζει. Ήταν σαφώς πιο περιποιημένη από το πρωί που την πρωτοείδα στο πηγάδι της αυλής μου, με τα μαύρα μαλλιά της χτενισμένα, σαν να χε πάει σε κομμωτήριο και με μια βραδινή τουαλέτα που γυάλιζε από το φως των κεριών που μας περικύκλωναν. Μαύρο μακρύ φόρεμα σε τέλεια αντίθεση με το κάτασπρο δέρμα της.  Σκεφτόμουνα… αυτά τα σατανικά, βαμπίρικα κέρατα να μην είχε στο μέτωπο γαμώτο, θα ήταν τέλεια!
-Σε ευχαριστώ που ήρθες.
-Φαντάζομαι πως δεν είχα και άλλη επιλογή. Το πρωί μου είπες πως αν δεν ερχόμουν στο δείπνο, οι συνέπειες θα ήταν εξαιρετικά δυσάρεστες για μένα. Θα με σκότωνες μου είπες. Αλήθεια, συνηθίζεις να το κάνεις και με άλλους αυτό?
-Προσκαλώ σε δείπνο όλους τους άντρες που επιλέγουν την Απάθεια σαν νέο τόπο διαμονής τους. Αν κάποιος αρνηθεί την πρόσκληση, τότε βγάζω ένα πιστόλι και τον σκοτώνω.
-Καλά, η φαντασία σου είναι χειρότερη και από αυτή του Ρανταπλάν, του σκυλιού που είναι πιο ηλίθιο και από τη σκιά του.. της λέω γελώντας περιπαιχτικά.
-Μη βιάζεσαι. Το ότι δέχτηκες την πρόσκληση δεν σημαίνει πως καθάρισες κιόλας. Στο τέλος του δείπνου θα σε αξιολογήσω και αν κρίνω πως είσαι αρκετά καλός για να γίνεις κάτοικος αυτής της χώρας, τότε θα σου δώσω ένα φιλί. Αν όμως δεν είσαι αυτός που πρέπει, τότε θα σου δαγκώσω το πέος με τρομακτικές συνέπειες μετά για σένα.
-Αρχίζει και γίνεται ενδιαφέρον!.. της είπα, προσπαθώντας να κρύψω το αίσθημα ανησυχίας που άρχισε να αναδύεται μέσα μου.
-Εάν σε δαγκώσω, τότε κάθε φορά που θα εκσπερματίζεις, ο φαλλός σου αντί για σπέρμα θα εκκρίνει χυμό φραγκοστάφυλο. Και ξέρεις… το φραγκοστάφυλο είναι ένα απεχθές φρούτο στην Απάθεια. Εάν σε πάρουν χαμπάρι οι γυναίκες του τόπου αυτού, τότε θα εκδιωχθείς βίαια από δω.
Με είχε αφήσει άφωνο. Και μόνο η σκέψη ότι το πέος μου θα μπορούσε να γίνει αντλία χυμού με τρομοκράτησε.
-Λοιπόν, τι θα φάμε?.. τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να πάω παρακάτω.
-Επέλεξα κοτόσουπα για πρώτο πιάτο και σουτζουκάκια με λαζάνια για δεύτερο.
Την καριόλα… Ήξερε και τα γούστα μου.
-Πολύ καλή επιλογή Καλυψώ. Ελπίζω να σου αρέσει και το κρασί που έφερα. Ένα merlot από τα αμπέλια της χώρας της Απώλειας. Έχω μερικά στην κάβα μου για ειδικές περιπτώσεις.
Το σερβίρισμα έγινε με τρόπο μαγικό όπως μόνο ένα βαμπίρ μπορούσε να κάνει. Σερβιτόροι με ποδιές εμφανίστηκαν από το πουθενά και γέμισαν με φαγητά το τραπέζι. Ξεκινήσαμε να τρώμε. Εκείνη έδειχνε να απολαμβάνει το φαγητό της. Εμένα είχε πάει η καρδιά μου στην κούλουρη.
-Αλήθεια, τι σε έσυρε ως αυτό τον τόπο και θες κιόλας να γίνεις και κάτοικος του?
- Η ανάγκη να ξεχάσω.
-Και τι θέλεις να ξεχάσεις?
-Όλα τα τετριμμένα που ζούσα στη  χώρα της Απώλειας.
- Όταν λες τετριμμένα, τι ακριβώς εννοείς?... με ρώτησε πιο διερευνητικά.
- Την χωρίς νόημα καθημερινότητα μου. Την ανιαρή ρουτίνα μου. Τη ζωή με σκηνές που διαρκώς οι πρωταγωνιστές της είναι απόντες και πάντα είναι γεμάτη με κομπάρσους. Τις μέρες που η ατμόσφαιρα γεμίζει από την αστερόσκονη μιας μεγάλης έκρηξης αλλά που ποτέ μου δεν την έχω δει και πάντα την κυνηγάω. Αυτό το απροσδιόριστο που λείπει… της είπα μελαγχολικά.
- Καταλαβαίνω. Η Απώλεια θέλει πολύ νεύρο για να μπορέσεις να ζήσεις σε αυτή. Όμως και αυτή η χώρα που ήρθες έχει τους δικούς της κανόνες. Μπορεί να σε κουράσουν.
-Μπορεί. Μέχρι τότε όμως μου αρκεί που έφυγα από το βρομότοπο.
Οι ερωτήσεις συνεχίζονταν εκ μέρους της σε ρυθμό ανάκρισης. Προσπαθούσα να σκεφτώ κάποιο  τρόπο για να αποφύγω την χειρότερη έκβαση που θα μπορούσε να  έχει αυτό το δείπνο.
-Καλυψώ, θα ήθελα να σου προτείνω κάτι… της λέω διστακτικά.
-Σε ακούω.
-Αν τελικά με κρίνεις αρνητικά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να τιμωρηθώ? Πρέπει ντε και καλά να γίνει το σώμα μου μηχανή παραγωγής χυμού φραγκοστάφυλου? Μπορώ να ξεκουμπιστώ από τη χώρα της Απάθειας χωρίς όλα αυτά που σκέφτηκες..
-Το ξέρω. Απλά αυτό που εσύ δεν ξέρεις είναι πως σε όποια άλλη χώρα και αν πας, πλην αυτής της Απώλειας απ’όπου και ήρθες, θα σε περιμένει κάποια άλλη σαν εμένα, που θα σε βάλει στην ίδια δοκιμασία και που αν χάσεις, θα εκσπερματίζεις ένα χυμό, που απλά το φρούτο αλλάζει από χώρα σε χώρα.
Αλλά αφού σε φοβίζει η λύση του φραγκοστάφυλου, τότε εντάξει. Αν σε κρίνω αρνητικά, φεύγεις χωρίς συνέπειες.
Είχα απογοητευθεί. Ήμουν παγιδευμένος και δεν είχα το χρόνο να βρω μια καλύτερη λύση.
Η ώρα περνούσε και το  φαγητό είχε σχεδόν τελειώσει.
-Τι θα ήθελες για επιδόρπιο? με ρώτησε
- Τι να σου πω…Παγωτό βανίλια με σιρόπι φραγκοστάφυλο  της είπα ειρωνικά. Έβαλε τα γέλια.
- Άσε θα επιλέξω εγώ. Τι θα λεγες για σοκολατόπιτα, με καβουρδισμένα αμύγδαλα, μια μπάλα παγωτό σοκολάτα από πάνω, περιχυμένα με  ζεστό σιρόπι σοκολάτας και  λίγο κονιάκ?
Ήξερε και το αγαπημένο μου γλυκό. « Από πού να με ξέρεις άραγε?» Έγνεψα καταφατικά το κεφάλι μου και ως δια μαγείας εμφανίστηκε μπροστά μου το γλυκό. «Δε γαμιέται… σκέφτηκα… ότι είναι να γίνει ας γίνει. Και να τη γλιτώσω από δω, το σενάριο του γίνει το πέος μου αποχυμωτής δεν το γλίτωνα. Σε όποιο τόπο και αν πήγαινα, όλο και κάποιο φρούτο θα μου βγαινε. Εκτός αν γύρναγα στην Απώλεια. Αλλά και αυτή η ιδέα φάνταζε χειρότερη».
Το δείπνο είχε τελειώσει. Ένοιωθα ταχυπαλμία στην αναμονή της απάντησης της. Σηκώθηκα όρθιος, Αυτή κάθονταν ήρεμη και με κοίταζε στα μάτια και λίγο παραπέρα..
-Λοιπόν, τι αποφάσισες?
Σηκώθηκε όρθια, με πλησίασε, άπλωσε τα χέρια της στο λαιμό μου, έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να με φιλάει στο στόμα. Δέκα δευτερόλεπτα σχεδόν χωρίς ανάσα.
- Κέρδισες. Μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου κάτοικο αυτής της χώρας. Μπορείς να γυρίσεις στο κάστρο σου.
Ήμουν ανακουφισμένος και έτοιμος να αποχωρήσω με ενθουσιασμό για την επιτυχία μου. Όμως κάτι με σταμάτησε. Την κοίταξα  βαθιά..
-Μια ερώτηση θέλω να σου κάνω πριν φύγω.  Γιατί… φραγκοστάφυλο?
-Είναι το αγαπημένο μου φρούτο, μου απάντησε. Λατρεύω τους χυμούς του.
Την κοίταξα πιο έντονα. Εκείνη ανταποκρίνονταν με ένα μελαγχολικό και παραπονιάρικο ταυτόχρονα βλέμμα. Ιδρώτας άρχισε να κυλά  στο μέτωπο μου, ενώ οι δυνατοί χτύποι της καρδιάς μου έκαναν τις φλέβες μου να πάλλονται. Την πλησίασα και σε απόσταση αναπνοής την ρώτησα διστακτικά...
- Αλήθεια, θα ήθελες ένα απεριτίφ με γεύση… φραγκοστάφυλο?
- Είσαι έτοιμος να μου το προσφέρεις?... ρώτησε με πονηρό χαμόγελο
-Γονάτισε… της είπα με φωνή που πρόδιδε πόθο. Εκείνη υπάκουσε, ενώ εγώ ξεκουμπώνοντας το φερμουάρ του παντελονιού μου έφερα  το πρόσωπο της μπροστά στο πέος μου.


Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Miss Μέση Ελληνίδα!


Τα ηλιοκεντημένα κύματα απλώνονταν με χάρη πάνω στη χρυσή άμμο της παραλίας του μικρού κυκλαδίτικου νησιού. Ο αέρας με τη ζεστή του αύρα παρέσυρε μείγματα μυρωδιών από ιώδιο, αλάτι, αντηλιακό γαλάκτωμα και ψητών από τις παραθαλάσσιες ταβέρνες, φτιάχνοντας ένα χαρακτηριστικό κοκτέιλ που μόνο στις πολυσύχναστες παραλίες μπορείς να συναντήσεις. Στην αμμουδιά δεκάδες κορμιά, κυρίως νεανικά, λιάζονταν ανέμελα ρουφώντας τις τελευταίες απογευματινές ακτίνες του ήλιου, λίγο πριν εκείνος πάρει το γνωστό καθοδικό ταξίδι της φυγής. Ένα κύμα κουβαλώντας στην κορυφή του ένα μικρό πράσινο φύκι έσκασε στην καυτή άμμο, προσγειώνοντας το μικρό του φορτίο στις άκρες των δακτύλων δύο στρογγυλών γυναικείων πελμάτων. Εκείνα, συγχρονισμένα, αναδιπλώθηκαν και η γυναικεία φιγούρα σηκώθηκε πάνω από την μεγάλη ροζ πετσέτα πάνω στην οποία  λιαζόταν. Φόρεσε τα σανδάλια που στη βάση τους είχαν τους παχείς, δεκάποντους πάτους, που το καλοκαίρι αυτό ήταν της μόδας στην ελληνική επικράτεια. 1,62μ ύψος που με την ανάλογη βοήθεια γινόταν 1,72μ. Ζουμπουρλή με μακρύ, φουντωτό μαύρο μαλλί με μπούκλες, γύρω στα 28-30, γύρισε το λιονταρίσιο κεφάλι της προς την άλλη άκρη της παραλίας. Το βλέμμα της ήταν βαρύ, με μαυρίλες κάτω από τις σακούλες των ματιών, προϊόν κακού ντεμακιγιάζ. Έριξε ένα δυνατό τσιγαρόβηχα, με τη ροχάλα στα βάθη του λαιμού της να ψάχνει απεγνωσμένα να βγει έξω. Όχι βέβαια, δεν θα έφτυνε, δεν θα ήταν και πολύ θηλυκό αυτό.
-Γαμημένο Silk Cut… σκέφτηκε και φόρεσε τα μαύρα στρογγυλά πατομπούκαλα, από αυτά που καλύπτουν όλο το πρόσωπο για να κρύψει και το κάρβουνο των ματιών της. Στεκόταν όρθια και περήφανη, κοιτάζοντας το beach bar στην άλλη άκρη της μικρής αυτής παραλίας. Το μπυροκοίλι της έστεκε σαν μικρός οβάλ βράχος πάνω από τα κυταριτιδιασμένα μπούτια της, με ένα πράσινο πετράδι να στολίζει τον αφαλό της, κρύβοντας ταυτόχρονα επιμελώς το βάθος του. Κοίταζε ευθεία ρουφώντας όλα τα αρσενικά βλέμματα πάνω της. Τα αντιλαμβανόταν και κάτι ζητούσε από αυτά. Ναι, ζητούσε την υποταγή τους. Όπως οι ιππότες που γονάτιζαν μπροστά στο Εξκάλιμπερ του βασιλιά Αρθούρου, έτσι και η θαμνομαλλούσα Φώφη απαιτούσε υποταγή από τα βλέμματα των αρσενικών παραθεριστών, υποταγή μπροστά στην πρασινοστολισμένη πατσαδιασμένη κοιλιά της. Αφού έκατσε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη, έσκυψε με αέρινη κίνηση να πάρει το αδιάβροχο πορτοφόλι και το κινητό της από την πετσέτα, ενώ ο αέρας σήκωνε το λουλουδένιο παρεό της, αφήνοντας να διαφανούν οι φλεβίτιδες και οι κρεατοελιές του ελληνοπρεπούς, θηλυκού κορμιού της. Ξανασηκώθηκε και με αργό βήμα άρχισε να προχωρά προς το μπαράκι για ένα ακόμα καφέ. Τίναζε αργά τα πόδια της σε κάθε βήμα, πετώντας δεξιά και αριστερά την άμμο, αδιαφορώντας για το ποιος βρισκόταν δίπλα. Οι χοντρουλές γάμπες της, τα μοσχαναθρεμένα καπούλια και τα μπουζουκοειδή οπίσθια της λικνίζονταν επιδεικτικά στο πέρασμα της. Τα στήθη της, στοιβαγμένα στο στενό μπικίνι, έμοιαζαν με μικρές μπαλότσες, σαν δηλαδή εκείνα τα μικρά μπαλόνια που έχουν τα κότερα στα πλευρά τους σαν προστατευτικούς αερόσακους για να μην συγκρούονται με άλλα πλεούμενα που είναι δεμένα δίπλα τους στις μαρίνες. Στα οπίσθια της, στο πίσω μέρος του μαγιό της ήταν γραμμένη η φράση: Προσοχή, εύθραυστο!, προειδοποιώντας κάθε επίδοξο «πορθητή» για τις συνέπειες των πράξεων του. Προσοχή, έυθραυστο! για αυτά τα καπούλια που έτσι και έσκαγαν θα έλουζαν τον άτυχο επιβήτορα που θα είχε την ατυχία να είναι πίσω τους με ένα κοκτέιλ ματαιοδοξίας, βλακείας και απύθμενης αλλαζονείας. Η θαμνομαλλούσα Φώφη προχωρούσε αμέριμνη προς το μπαρ, ώσπου χτύπησε το έξυπνο ροζουλί κινητό της. Το σήκωσε και με φωνή νταλικέρη είπε ξεροβήχωντας: - Έλα Τζενάκι, πάω να πάρω καφέ…
Καθώς όμως το μυαλό της ήταν στη κουβέντα, δεν παρατήρησε τον μικρό βράχο που βρισκόταν μπροστά της, με συνέπεια να σκοντάψει πέφτοντας φαρδιά πλατιά στην ζεστή άμμο. Στην κακοτυχία της στιγμής και καθώς ήταν ξαπλωμένη, το μικρό σκουλαρίκι στον αφαλό μεταμορφώθηκε σε άγκυρα η οποία άρχισε να κατεβαίνει πιασμένη από μια αλυσίδα που καθώς έβγαινε φανέρωνε το βάθος της κοιλίτσας της. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, η άγκυρα έπιασε άμμο και γατζώθηκε σε μια μικρή πέτρα. Η Φώφη ένοιωθε ντροπή. Σήκωσε το κεφάλι της και προς μεγάλη της έκπληξη είδε τσούρμο από άντρες που λιάζονταν να σηκώνονται από τις ξαπλώστρες και ντυμένοι ναύτες να της δίνουν το χέρι τους για να σηκωθεί. Εκείνη χαμογέλασε και άνοιξε το στόμα της για να πει «Ευχαριστώ!». Όμως δεν μπορούσε. Αντί για «ευχαριστώ» έβγαλε ένα «Μπουυυυυ», σαν τον βαθύ ήχο που βγάζουν οι κόρνες αέρος των πλοίων όταν αναχωρούν από τα λιμάνια. Παρόλα αυτά, οι ναύτες την βοήθησαν να σηκωθεί, ενώ φτάνοντας στο μπαρ της παραλίας, δεκάδες άλλες κοπέλες άνοιξαν το στόμα τους, βγάζοντας το γνωστό «Μπουυυυ», καλωσορίζοντας την μικρή γοργόνα στο λιμάνι τους.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Ξανθός άγγελος καλεί... Αζόρ!


Τετάρτη απόγευμα. Γυρίζοντας με το αυτοκίνητο από τη δουλειά μου, η τελευταία έννοια που είχα για μια ακόμα μέρα ήταν η εύρεση θέσης στάθμευσης. Δυστυχώς η περιοχή που μένω βρίθει αυτοκινήτων και το να βρεις λίγο χώρο να αφήσεις το όχημα, μοιάζει αρκετές φορές με παιχνίδι Λοττο. Ωστόσο τούτη τη φορά φάνηκε να είμαι τυχερός, καθώς λίγες δεκάδες μέτρα από το σπίτι ξετρύπωσα με την άκρη του ματιού μου μια κενή θέση, αριστερά της στροφής του δρόμου που βρισκόμουν. Σαν το θηρίο που βλέπει το θήραμα του,  ήμουν σταματημένος στη διασταύρωση, ρίχνοντας τελευταίες ματιές στον δρόμο πριν στρίψω αριστερά.
- Ο δρόμος ελεύθερος και τα σκυλιά δεμένα… σκέφτηκα. Τι το θελα?  Ασυναίσθητα και λίγο πριν πατήσω το γκάζι, με το αριστερό φλας αναμμένο, κοίταξα για μια στιγμή δεξιά μου. Αυτό ήταν. Στεκόταν όρθια στην άκρη του πεζοδρομίου και συνομιλούσε με κάποιον. Ήταν ψηλή, πάνω από 1.80 ενδεχομένως, αδύνατη με μακριά ξανθά ίσια μαλλιά, γύρω στα 30. Το πρόσωπο της ήταν άσπρο και γήινο. Με λεπτά χαρακτηριστικά, βγαλμένη από πίνακα εποχής. Ουρί του παραδείσου. Στο χέρι της κρατούσε ένα λουρί που κατέληγε στο λαιμό ενός μικρού σκύλου. Κανίς ήταν. Και ο άλλος ο τύπος που μίλαγε μαζί της, είχε βγάλει βόλτα το δικό του. Μπάσταρδο ήταν.  Ήξερα πως τα κατοικίδια είναι η καλύτερη γκομενοπαγίδα. Έμεινα για δευτερόλεπτα να τη κοιτάζω. Με πήρε χαμπάρι, με κοίταξε, αλλά ξαναγύρισε το πρόσωπο της στον συνομιλητή της. Τη κοίταζα, μέχρι που ξύπνησα από τα δυνατά κορναρίσματα του αμαξιού πίσω απ΄ το δικό μου. Με γρήγορες κινήσεις έστριψα αριστερά και για κακή μου τύχη τη θέση του πάρκινγκ μου την είχε πάρει ένα corolla.
-         Δε γαμιέται. Χαλάλι!... σκέφτηκα και ξανάρχισα τις γύρες για ανεύρεση άλλης ελεύθερης θέσης.
 Έλα όμως που  ο ξανθός άγγελος είχε σφηνώσει στο μυαλό μου. Χωρίς να το καταλάβω έκανα τον γύρο του τετραγώνου και ξαναβρέθηκα στο ίδιο σημείο, στη διασταύρωση που την είχα δει. Είχε τελειώσει τη κουβέντα της με τον τύπο και είχε προχωρήσει αρκετά μέτρα ευθεία μπροστά με προορισμό την μεγάλη λεωφόρο που έκοβε τον δρόμο. Ένας δρόμος, μια ευθεία, που εκείνη τη στιγμή εγώ και εκείνη μοιάζαμε σαν τελείες σε διαφορετικά της σημεία. Εγώ ακινητοποιημένος στο αυτοκίνητο μου να την χαζεύω να προχωράει μπροστά και εκείνη μέσα στο μαύρο παλτό της να περπατάει ρυθμικά, κουνώντας τους γοφούς της με χάρη δεξιά και αριστερά. Αν και αδύνατη, είχε καμπύλες στα σωστά σημεία. Έστριψα πάλι αριστερά ψάχνοντας για πάρκινγκ. Μάταια όμως. Σκέφτηκα… - Τώρα θα χει βγει στη λεωφόρο.
 Πήρα την παράλληλο της οδού που την συνάντησα και που έτεμνε και αυτή την μεγάλη λεωφόρο σε διαφορετικό όμως σημείο. Έστριψα προς την κατεύθυνση της, φθάνοντας στη συμβολή με τον δρόμο που ακολουθούσε και λογικά θα έβγαινε. Κοίταξα στο βάθος του δρόμου που λίγα λεπτά πριν ήμουν ακίνητος από πίσω της, κοιτάζοντας την να ανεβαίνει. Δεν ήταν πουθενά.
-         Δε μπορεί. Σίγουρα θα πέρασε απέναντι και θα ανηφορίζει.
      Έστριψα το κεφάλι μου απέναντι. Όντως ανέβαινε μέσα στο χαρακτηριστικό της παλτό με το μικρό σκυλάκι της να την ακολουθεί κατά πόδας πιασμένο από το λουρί. Μια επιθυμία να την ακολουθήσω με συνεπήρε, αλλά ο δρόμος ήταν μονής κατεύθυνσης, αντίθετης από την πορεία του ξανθού αγγέλου. Κάτι έπρεπε να κάνω. Ένοιωθα αα το λιοντάρι που κυνηγώντας την αντιλόπη, βρίσκεται μπροστά σε άγριους θάμνους που αποτελούν εμπόδιο στο πέρασμα του. Σκέφτηκα την πορεία που θα έκανε ο ξανθός άγγελος. Εάν συνέχιζε ευθεία την ανηφόρα μετά από δύο στενά θα έφτανε στο τέλος του. Και μετά? Λογικά θα ακολουθούσε τον μεγάλο δρόμο που συνέχιζε από εκεί και οδηγούσε στη μικρή πλατεία της επόμενης γειτονιάς. Σε χρόνο dt έφτιαξα στο gps του μυαλού μου τη διαδρομή που θα ακολουθούσα και που αν ήμουν τυχερός, μπορεί να με έβγαζε μπροστά της. Με φαντασία και ακόμη περισσότερη τόλμη,  άρχισα να οδηγώ. Αριστερά και δυο στενά μετά πάλι αριστερά  Τράβηξα την ανηφόρα και στην διασταύρωση του δρόμου που οδηγούσε στην πλατεία, σταμάτησα. Κοίταξα προς τα κάτω και την είδα να ανηφορίζει. – Ναι!  Έτσι, βεντούζα!... σκέφτηκα.
Ήταν σε απόσταση 20 μέτρων. Με είδε ότι την είδα. Χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλα από το πορτοφόλι μου μια κάρτα με το όνομα και το τηλέφωνο μου. Εκείνη πέρασε απέναντι προχωρώντας μπροστά από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου. Γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε. Της χαμογέλασα. Ξαναγύρισε αδιάφορη το κεφάλι της στην ευθεία, πηγαίνοντας να προσπεράσει το αμάξι μου. Άνοιξα το παράθυρο του συνοδηγού και της φώναξα
- Δεσποινίς!... Συγγνώμη, να σας δώσω κάτι.
Εκείνη πλησίασε. Έσκυψε μπροστά από το παράθυρο του συνοδηγού.  Με είδε που τέντωσα το χέρι μου κρατώντας την κάρτα στις άκρες των δαχτύλων. Μου χαμογέλασε, έφερε το δεξί της χέρι στο στήθος, δείχνοντας μου την βέρα της.
-Συγγνώμη. Είμαι παντρεμένη… μου είπε χαμογελαστά με ξενική προφορά.
- Δε πειράζει. Πάντως είσαι πολύ όμορφη... απάντησα χαμογελώντας και έκλεισα το παράθυρο. Εκείνη συνέχισε το δρόμο της, κρατώντας το λουρί του σκύλου που βιαζόταν να προχωρήσει. Έστριψα αριστερά με κατεύθυνση για το σπίτι. Στο φανάρι που περίμενα μερικά δευτερόλεπτα μετά, είδα στη γωνία ένα pet shop. Στη γωνία της βιτρίνας διαφήμιζε λουριά για σκύλους. Το θηρίο είχε χάσει το θήραμα του. Και εκείνη τη στιγμή θα ήθελε να μεταμορφωνόταν ακόμα και σε κανίς, φορώντας έστω και ένα τρισάθλιο λουρί. Σαν αυτό του τετράποδου που η ξανθιά έσερνε από πίσω της. Πως το είπαμε να δεις… Αζόρ? 

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Χορεύοντας με το Χρόνο

Ήταν Σάββατο βράδυ. Πέρυσι τέτοια εποχή. Είχα βγει με τον κολλητό για ένα ποτό σε ένα μπαράκι του κέντρου. Ένα ροκάδικο στη Καρύτση, από αυτά που τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει της μόδας. Και ευτυχώς δηλαδή, γιατί και καλή μουσική παίζει και το ευχαριστιέσαι. Ο χώρος μέσα ημιφωτισμένος και ζεστός. Αποχρώσεις του ξύλου έκαναν το σκηνικό προσιτό, ενώ και οι θαμώνες- νεαρόκοσμος στη πλειοψηφία του- φαίνονταν να απολαμβάνουν τις στιγμές με διάθεση δεκτικότητας. Παραγγείλαμε ποτό και την αράξαμε όρθιοι στην περιμετρική μπάρα της χοντρής κολώνας που έστεκε στη μέση του μαγαζιού. Τσιγάρα, καπνοί σε λευκό χρώμα να αναδύονται προς το ταβάνι, δυνατές νότες να μπαινοβγαίνουν στα αυτιά μας και γκομενοπαρέες να λικνίζονται δειλά στο ρυθμό της μουσικής, μου είχαν φτιάξει το κέφι.  Δίπλα στην είσοδο του μπαρ, στην άκρη της μπάρας που διέγραφε περιμετρικά τον τοίχο του μαγαζιού, ήταν μια γυναικοπαρέα. Στοιβαγμένες 5-6 κοπέλες γύρω στα 20 πίνανε τα κοκτέιλ τους και απολάμβαναν τη βραδιά μιλώντας με χαμόγελα η μία στο αυτί της άλλης. Οικείες στιγμές φοιτητικών χρόνων ξύπνησαν στο μυαλό μου. Ώσπου κάτι αναπάντεχο τράβηξε την προσοχή μου. Όχι μόνο τη δική μου δηλαδή, αλλά και των υπολοίπων πελατών. Καθώς χάζευα τις κοπέλες που χαριεντίζονταν αθώα μεταξύ τους, εκείνες ξαφνικά έκαναν στροφή 90 μοιρών και κοίταξαν προς το μέσο του μαγαζιού  γελώντας δυνατά. Ασυναίσθητα κοίταξα και γω. Το θέαμα με συνεπήρε. Ήταν ένας παππούς, γύρω στα 70-75, με γκρίζο μάλλινο κουστούμι, αδύνατος, μεσαίου αναστήματος με φαλάκρα και μαύρα κοκάλινα γυαλιά. Αν τον έβλεπες μέρα, θα μπορούσες κάλλιστα να τον περάσεις για κάποιον υπερήλικο δικηγόρο ή ενδεχομένως για τον επί τιμή πρόεδρο της ένωσης Ελλήνων συμβολαιογράφων. Μπορεί και εισαγγελέων. Και αν η εύλογη απορία που δημιουργείται βλέποντας τον παππού μία η ώρα τη νύχτα  στο ροκάδικο είναι: … τι θέλει τέτοια ώρα εδώ?... το θέαμα που ακολούθησε ήταν τόσο αλλόκοτο που δεν σκέφτεσαι απορίες, αλλά το απολαμβάνεις έκπληκτος. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν ο dj έπαιζε το sex machine του James Brown και ο παππούς έδινε ρεσιτάλ χορού στο μέσο του μαγαζιού.  Τίναζε το σώμα του, χτυπιόταν πάνω κάτω, μέχρι και σπαγγάτο έκανε, μιμούμενος τον μακαρίτη James που έκανε το ίδιο τραγουδώντας το τραγούδι στο video clip του. Χόρευε και πείραζε τα κορίτσια στην άκρη της μπάρας γελώντας τους και τραγουδώντας στίχους… Stay on the scenelike a sex machine. Ο κολλητός που είναι και fan του χορού είχε μείνει και αυτός μαλάκας. – Ξέρει και τις φιγούρες… μου είπε με έκπληξη. Ο παππούς αφού έκανε τα δικά του γύρισε στο μπαρ όπου είχε πιάσει θέση στην άκρη του, κάθισε στο ψηλό σκαμπό και έχοντας το ποτό του μπροστά χτύπαγε με τις παλάμες του ρυθμικά την ξύλινη επιφάνεια της μπάρας, με το ποτήρι του ανάμεσα τους να το κοιτάζει κουνώντας το κεφάλι του. Σα να έκανε προσευχή ή ένα είδος λατρείας μπροστά σε ένα ιερό αντικείμενο. Μετά από λίγο, αφού ήπιε δυο γουλιές σηκώθηκε και δώστου πάλι χορό και φιγούρες μπροστά από την παρέα των κοριτσιών που φαίνονταν να το διασκεδάζουν. Δεν ήταν μόνο το αταίριαστο της εικόνας που με εντυπωσίασε, δηλαδή ο κουστουμαριστός συνταξιούχος στο μπαράκι, αλλά το ότι χόρευε με φιγούρες που πρέπει να χεις άντερα για να τις κάνεις και κυρίως εξαιρετική φυσική κατάσταση. Και μάλιστα για τόση διάρκεια όπως τις έκανε εκείνος. Στο τέλος καθώς έκλεινε το τραγούδι, ο υπερήλικας θαμώνας έπεσε στα γόνατα και έχοντας υψώσει τα χέρια του προς τον ουρανό κούναγε το σώμα του συνοδεύοντας το ρυθμό. Χόρευε και φλέρταρε αδιαφορώντας για τους γύρω του. Μια μορφή βγαλμένη από κόμικ, σαν ήρωας με διπλή προσωπικότητα.  Κάπως έτσι συνεχίστηκε η βραδιά, με τον παππού να πηγαινοέρχεται μεταξύ πίστας δίπλα στα κοριτσάκια και μπάρας όπου προσεύχονταν στο ποτό του, έτσι για να πάρει δυνάμεις και να εφορμήσει ξανά. Η ώρα πέρασε, η παρέα των κοριτσιών κουρασμένη πήρε το δρόμο της και ο παππούς με αποθέματα ενέργειας συνέχιζε να προσεύχεται τραγουδώντας πάνω από το γυάλινο ποτήρι. Μετά απο λίγη ώρα έφυγα και γω. Εκείνος συνέχιζε τα δικά του στη πίστα. Τι περίπτωση και αυτή!.. σκεφτόμουνα.  Σα να ξέφυγε απ΄το χρόνο και το γιορτάζει!

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Έ-ρωτας.

Μερικές από τις πιο περίεργες αναμνήσεις, μου έρχονται όταν ξυπνώ από βαθύ ύπνο.  Όταν τα μάτια ανοίγουν και με καθαρό μυαλό, αλλά θολή ματιά κοιτάζω το ταβάνι του δωματίου μου. Τότε ξεπηδούν παρελθοντικές εικόνες σαν μικρά κομάτια κόπιας ταινίας που παίζει μπροστά μου, σαν συνέχεια των ονείρων, που με ταξίδεψαν στη διάρκεια του ύπνου. Ήμουν, λέει, ξαπλωμένος στο διπλό κρεβάτι της, εκεί στο σκοτεινό ζεστό δωμάτιο. Στα μέσα κάποιου χειμώνα. Έξω έκανε κρύο, όπως σήμερα.  Είχαν προηγηθεί 6 μήνες κυματοειδούς σχέσης. Ραντεβού με πάθος, ραντεβού ακυρωμένα, ζεστά φιλιά, ένα ταξίδι που δεν έβγαλε πουθενά, γαμήσια που πέτυχαν και γαμήσια που δεν πέτυχαν, και τώρα αγκαλιά μαζί της πάλι στο διπλό κρεβάτι. Εκείνη στην αγκαλιά μου κοίταζε αλλού αφηρημένα μετά την ένταση. Εγώ κοίταζα το βλέμμα της που κοίταζε αλλού. Και μετά πιο κάτω στο φουσκωμένο στήθος που κρεμόταν έξω από το μαύρο σουτιέν.
Και τώρα, αναβιώνοντας στο μυαλό μου την θύμηση εκείνη,  η σκέψη μου πήγε σε κάτι κυνικό… Τόσος κόπος για να χώσω κάπου το γουρουνοπούτσι μου! Άξιζε άραγε?... μπορεί και όχι, αλλά δεν έχω μετανιώσει για θυσίες που έκανα για να  γαμήσω. Άλλωστε, για το σεξ ο άνδρας κάνει, σχεδόν, τα πάντα. Αλλά κάποιες φορές το «πληρώνει» ακριβά. Ειδικά όταν τσιμπηθεί. Βλέπεις την άλλη  που λες  από το πουθενά και το υποσυνείδητο σου φωνάζει χωρίς να το καταλάβεις: « μαλάκα, αυτή η γυναίκα θα σε γυρίσει στη μαγεία του βρεφονηπιακού σου παρελθόντος, τότε που ήσουν το κέντρο του κόσμου»! Με άλλα λόγια την ερωτεύεσαι, κάνεις αυθόρμητες ρομαντικές μαιμουδιές, σε γλυκαίνει στην αρχή, σε τεντώνει με τις μαλακίες της μετά, αναγκάζεσαι από τα συμφραζόμενα της και  δίνεις όρκο αιώνιας πίστης ακουμπώντας την παλάμη σου στο μπυροκοίλι της, υποφέρεις τις κυκλοθυμίες της, σε ανταμείβει με μερικά γαμήσια, μετά ξενερώνεις καθώς η μαγεία του έρωτα επιστρέφει στο υποσυνείδητο σου γιατί κρύωσε από το αγιάζι και μετά… σου μένει ο λογαριασμός. Ωστόσο, καιρό μετά, όταν πλέον έχεις τη δική σου σοφία και προπάντων τη δική σου αλήθεια, τα βλέπεις πιο αποστασιοποιημένα τα πράγματα. Σαν ουδέτερος παρατηρητής του ίδιου σου του εαυτού. Και διαπιστώνεις με γλυκόπικρη γεύση αυτό που ποιητής γράφει στον στίχο του: …Έρωτας… Είναι προπάντων η επαλήθευση της μοναξιάς μας,  όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί…

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

Ο Ρόκυ της γειτονιάς


Ήταν μεσημεράκι και μόλις είχα βγει από τα αποδυτήρια του γυμναστηρίου μου, με φόρμα και πετσέτα περασμένη από το λαιμό, έτοιμος για να ανέβω στον ηλεκτρονικό διάδρομο για μερικά χιλιόμετρα. Μέσα στην μικρή αίθουσα με τα δεκάδες όργανα γυμναστικής και τους διαδρόμους τοποθετημένους περιμετρικά στους τοίχους, υπήρχαν 5-6 άτομα. Σάββατο πρωί λίγοι είναι αυτοί που πάνε για γυμναστική σε σχέση με τα βράδια των καθημερινών. Επέλεξα τον διάδρομο που βλέπει μπροστά σε ένα καθρέφτη που είναι κρεμασμένος στον τοίχο, μέσα από τον οποίο μπορείς να δεις όλη τη κίνηση στην αίθουσα. Έβαλα τα ακουστικά του κινητού στα αυτιά για να ακούσω ράδιο στην μοναχική εικονική μου διαδρομή. Πάτησα τα κουμπάκια του διαδρόμου και η βόλτα ξεκίνησε. Λίγα λεπτά μετά και νοιώθοντας τη μονοτονία και τη βαρεμάρα που νοιώθει ο καθένας που κουνάει τα πόδια του πάνω στο διάδρομο, άρχισα να χαζεύω μέσα από τον καθρέφτη. Στην πίσω αριστερή άκρη από το σημείο που βρισκόμουν, ήταν παρατεταγμένοι άλλοι τέσσερις διάδρομοι. Στον μεσαίο έκανε ελαφρύ τζόκιν ένας τύπος γύρω στα 24-25, μεσαίου αναστήματος, αρκετά εύσωμος  με ξυρισμένο κεφάλι και την αξυρισιά του πιθήκου στο πρόσωπο. Τίποτα το αξιοπερίεργο μέχρι εδώ. Ωστόσο κάποια στιγμή άρχισε να κάνει κάποιες κινήσεις εξαιρετικά αστείες. Στα ηχεία του γυμναστηρίου ακουγόταν η μουσική από ένα ραδιοφωνικό σταθμό. Ο τύπος άρχισε, τρέχοντας πάνω στο διάδρομο, να δίνει ρυθμικά γροθιές στον αέρα, πότε με το δεξί χέρι και πότε με το αριστερό. Αφού έριχνε τρεις τέσσερις μπουνιές στον αέρα, μετά κόλλησε τα χέρια του στο σώμα και συνέχισε να τρέχει, ρίχνοντας προς τα εμπρός μία τον αριστερό του ώμο και μία τον δεξιό. Δεν ξέρω αν αυτές οι κινήσεις ήταν μέρος κάποιας ειδικής άσκησης, ωστόσο εμένα μου θύμισαν τον Σιλβέστερ Σταλόνε στον Ρόκυ Μπαλπόα, στη σκηνή που βγήκε στην πλατεία της πόλης του για τρέξιμο πριν τον μεγάλο αγώνα κόντρα στον Απόλλο. Βέβαια εμφανισιακά ο τύπος είχε τόση σχέση με τον Ρόκυ, όσο τα Ιμαλάια με του Φιλοπάππου. Άλλα οι όλες του κινήσεις μου θύμισαν τη σκηνή της ταινίας που έπεφτε το soundtrack Gonna fly now” και ο Ρόκυ έτρεχε μέσα από δρόμους τινάζοντας τις γροθιές του, όπως ο τύπος στον διάδρομο. Μου ρθε γέλιο. Παρόλο που  εκείνη την ώρα  δεν άκουγα το γνωστό τραγούδι από την ταινία εκείνη, αλλά το Passenger του Iggy Pop, ο ρυθμός της μουσικής ταίριαζε γάντι με το τρέξιμο του. Λίγα λεπτά μετά ένα ωραίο γκομενάκι,  ξανθό με πράσινο φούτερ ασορτί με τα βαμμένα πράσινα νύχια της, έπιασε τον διάδρομο δίπλα… στον «Ρόκυ». Εκείνος σοβαρεύτηκε για λίγο και άρχισε να τρέχει με βλέμμα βλοσυρό. Η γκόμενα κοίταζε αδιάφορη ευθεία,  έξω από τη τζαμαρία που ήταν μπροστά τους, στον δρόμο. Ο «Ρόκυ» της έριχνε κλεφτές ματιές. Σε λίγο ξανάρχισε να κουνά τους ώμους του. Το όλο θέαμα ήταν κυριολεκτικά ένα video clip. Το Passenger σε ριμέικ. Σκεφτόμουν πως όταν ακούς μουσική από ακουστικά, μπορεί μεν να απομονώνεσαι από τους ήχους του γύρω σου, αλλά αν μη τι άλλο είναι φοβερά διασκεδαστικό. Βλέπεις ανθρώπους και γεγονότα να λαμβάνουν χώρα, συμπτωματικά σχεδόν πάντα, συνοδεύοντας με ρυθμό τη μουσική που ακούς. Σα να βλέπεις ένα- σχεδόν εικονικό -θεατρικό δρώμενο, μόνο για μία φορά, τη στιγμή δηλαδή που λαμβάνει χώρα το γεγονός. Μετά από ώρα τέλειωνα τη γυμναστική μου. Αφού πάτησα το «stop» του διαδρόμου, περίμενα τη πλαστική λωρίδα κάτω απ΄ τα πόδια μου να σταματήσει. Με την άκρη του ματιού μου διέκρινα, κοιτάζοντας τον καθρέφτη στην δεξιά πλευρά του, μια γκόμενα  με ακουστικά στα αυτιά, να κάνει ποδήλατο πίσω δεξιά και να με κοιτάζει με ελαφρύ μειδίαμα στο στόμα. Ίσως να χα γίνει εγώ ο ήρωας του δικού της video clip,. Την έβλεπα να σιγοψιθυρίζει τους στίχους. Φεύγοντας απ΄ την αίθουσα πέρασα από δίπλα της, αδιάφορα και καλά, για να ακούσω τι έλεγε. Μουρμούριζε ένα τραγούδι της Lady Gaga!.. Όχι ρε γαμώτο! 

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Ντάμα σπαθί ονόματι... Λένα!


Παρασκευή βράδυ. Φεύγοντας απ΄ το σπίτι, στο δρόμο για το γυμναστήριο, πέρασα μπροστά από ένα μικρό καφέ. Μεσοτοιχία με ένα ανθοπωλείο, ένα μικρό αναψυκτήριο, το πολύ 20-30τμ. Θα μπορούσε και να ταν δωμάτιο διαμερίσματος.  «Λένα» το λένε. Μίνι χαρτοπαικτική λέσχη. Ένα τραπέζι στην ουσία, το οποίο ως επί το πλείστον γεμίζει από γυναίκες, γύρω στα 45-50.  Ένα καφέ απαρατήρητο, που θα πρέπει να προσέξεις στο συγκεκριμένο σημείο για να το πάρεις χαμπάρι. Σε βοηθάει σε αυτό και η ροζ ταμπέλα του. Περπατώντας στο πεζοδρόμιο, πέρασα ακριβώς έξω από το καφέ και γύρισα στιγμιαία το κεφάλι μου, παρασυρόμενος από το φως που έφεγγε έξω από το τζάμι της πόρτας . Είδα στο βάθος μια ξανθιά γυναίκα, γύρω στα 50, καθισμένη πάνω από την πράσινη στρογγυλή τσόχα, με τσιγάρο στο στόμα να κοιτά τα δύο φύλλα που κράταγε στα χέρια της. Πίσω της έπαιζε ανοιχτή η τηλεόραση που κρεμόταν στον τοίχο του μαγαζιού, λίγο κάτω από το ταβάνι. Δεν στάθηκα παραπάνω. Θα ήταν και παρεξηγήσιμο. Έφυγα, έκανα  την βραδινή μου γυμναστική και γυρνώντας ακολούθησα το αντίθετο δρομολόγιο. Πέρασα πάλι έξω από το καφέ. Αυτή τη φορά στάθηκα μια-δυο στιγμές παραπάνω. Η ξανθιά, λες και είχα πατήσει το "Pause"  από την τελευταία φορά που πέρασα από κει , κρατούσε πάλι δυο φύλλα στα χέρια της. Τα κοίταζε σκεφτική με τσιγαριά στο στόμα. Déjà vu …  σκέφτηκα. Ζω σε μια πόλη, σε μια περιοχή, που τέτοιου είδους μίνι χαρτοπαικτικές λέσχες υπάρχουν σχεδόν σε κάθε τετράγωνο.  Παρόλο που από χαρτοπαιξία είμαι άσχετος, αυτό το τόσο στενάχωρο μαγαζάκι, με την μεγάλη ροζ ταμπέλα, που θα ταίριαζε περισσότερο σε κομμωτήριο παρά σε καφενείο,  μου φαίνεται πιο γραφικό απ’ όλα. Και ας έχει ένα μόνο τραπεζάκι στην ουσία. Λες και ανοίχτηκε από την... Λένα για τις φίλες της. Σαν τη ξανθιά που ίσως ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις αράδες, στέκεται μπροστά σε δύο τραπουλόχαρτα σκεπτόμενη… «Ντάμα ή Βαλέ? … Σκατά, έμεινα στον άσσο!»

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Μικρά Λάφυρα

Σάββατο βράδυ, περασμένες έντεκα. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει εδώ και καμιά ώρα και τα πάντα στο μικρό καθαρό δήμο, εκεί στα βόρεια της Αθήνας είχαν ποτιστεί για τα καλά. Η κίνηση στον μικρό πεζόδρομο ήταν για ένα ακόμα Σαββατόβραδο αυξημένη. Μικρές παρέες δύο, τριών ατόμων με ομπρέλες ανά χείρας, παρέλαυναν μπροστά από τα καφέ της περιοχής, που μετά τις 10 έριχναν το φωτισμό και μεταμορφώνονταν περίτεχνα σε μπαροειδή στέκια.  Τέσσερα πέντε μαγαζιά που άρχιζαν να γεμίζουν με βραδινούς θαμώνες, οι μουσικές που δυνάμωναν και τα φαγάδικα με το γρήγορο φαγητό που έσφιζαν από πιτσιρικαρία πριν τη μεγάλη έξοδο, έδεναν την εικόνα της νυχτερινής ζωής. Εκεί, στο μεσαίο καφέ μπαρ, η ατμόσφαιρα ήταν άνετη. Το μαγαζί ήταν γεμάτο, όχι ασφυκτικά αλλά όσο έπρεπε. Ξένες μουσικές που σου φτιάχνουν τη διάθεση έκαναν τους θαμώνες να χτυπάνε ρυθμικά τα δάχτυλα τους στα τραπέζια και στο μπαρ ακολουθώντας τη μελωδία. Οι γυναίκες περιποιημένες και γι΄ αυτό κυρίως το λόγο εντυπωσιακές.
Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι είναι αυτό που διαχωρίζει αισθητικά τα νότια από τα βόρεια προάστια, κάνοντας τον βορρά της Αθήνας να μοιάζει με παραμυθούπολη σε σχέση με την νότια πολιτεία της μπίχλας. Η αλήθεια είναι πως… όλα τελικά διαφέρουν. Παρόλα αυτά, το κερασάκι σε αυτή την τούρτα των διαφορών, είναι ίσως οι γυναίκες. Όλες καριόλες είναι βέβαια, αλλά στο θέμα γοητείας κάπου το πράγμα αλλάζει.  Στο Νότο τα κορίτσια δεν πολυενδιαφέρονται. Είτε πάνε για ψώνια, είτε βγαίνουν για βόλτα είτε κάνουν το οτιδήποτε η εμφάνιση φωνάζει για την αδιαφορία τους. Αθλητική φόρμα, άντε κανά τζιν στη καλύτερη ή κανένα συντηρητικό μαύρο πάνινο παντελόνι για πιο κυριλέ καταστάσεις, το μαλλί ξεβαμμένο με τη μαύρη ρίζα να προδίδει το ατημέλητο του πράγματος και το κακό, βαρύ  make up να βάζει την υπογραφή του στην καταδίκη της θηλυκότητας. Από την άλλη στο Βορρά, η ομοιομορφία της περιποιημένης εμφάνισης, τόσο στα σικ ρούχα των γυναικών όσο και στις καλοφτιαγμένες κουπ, κάνει τις γυναίκες να παίρνουν αυτό που η προσπάθεια τους, τους κάνει να αξίζουν: λάμψη.
Έτσι λαμπερή ήταν και η ψιλή νταρντανοφοράδα που στεκόταν με την ξανθιά θεογκόμενα φίλη της και το μουσάτο πούστη με το λευκό τρεντι φανελάκι, εκεί στην άκρη της μπάρας. Δυο μούνες με κεφάλια στο κίτρινο, που μπήκαν μέσα στο μπαρ διεκδικώντας αυτό για το οποίο πάσχιζαν: την αποθέωση.
Η ψιλή με τη φίλη της έπιναν σαμπούγκα με κομματάκια μήλου μέσα στο ποτήρι ενώ ο πούστης έπινε κάτι διαφανές καθώς έπαιζε με το καλαμάκι του ποτηριού του, βάζοντας και βγάζοντας το έξω από το στόμα του προκλητικά, καθώς έδινε έτσι το στίγμα του.
Η όμορφη ήταν στον κόσμο της. Η ψιλή άκουγε τις χαριτωμενιές του πούστη. Την κοίταζα επίμονα.  Αν και το ντύσιμο της δεν ήταν ιδιαίτερα προκλητικό-καθώς τα παραπανίσια κιλά δεν της επέτρεπαν και πολλές μαγκιές- τα δυνατά σημεία της ωστόσο  ήξερε να τα χειριστεί.  Φόραγε μαύρο συνολάκι φούστα μπλούζα με το μπούστο να είναι ακάλυπτο λίγο πάνω απ τη κοιλάδα του στήθους της. Και τι στήθος. Για άρμεγμα… Παρά τη λαχταριστή της εμφάνιση, εκείνο που μου κέντρισε το ενδιαφέρον και μου έγινε εμμονή εκείνο το βράδυ ήταν το γυαλιστερό, μεταλλικό κλειδί που φόραγε εν είδη μενταγιόν στο στήθος. Ένα κλειδί σα να τανε βγαλμένο από παραμύθι, καθώς η σμιλεμένες με τέχνη άκρες του και τα διάφορα σχέδια που το στόλιζαν στη βάση του το έκαναν να μοιάζει με κλειδί που ανοίγει κάποιο πειρατικό μπαούλο στο οποίο κρύβονταν θησαυροί ή την βαριά κλειδαριά μιας επιβλητικής πόρτας που αποτελεί πέρασμα σε κάποιο μυστικό δωμάτιο. Ένα τέτοιο κλειδί κρεμόταν μέσα από μια ελαφριά ασημένια αλυσίδα στη σχισμή του στήθους της κοπέλας, σημάδι το οποίο φώναζε:… είμαι διαθέσιμη!

- Και γω είμαι διαθέσιμος!Ας ενώσουμε λοιπόν τις διαθεσιμότητες μας! σκέφτηκα και αφού πήρα στο χέρι μου το ποτό μου, σαν κυνηγός που παίρνει το όπλο του για κυνήγι, τράβηξα προς το μέρος της με σταθερά βήματα κοιτάζοντας το θήραμα στα μάτια. Τρία βήματα πριν βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με κείνη, γύρισε το βλέμμα της πάνω μου και με αινιγματικό χαμόγελο με κοίταξε σα να μου λεγε:… σε περιμένω.

-         Καλησπέρα… της είπα με άνετο, βελούδινο στυλ και άφησα ανέμελα το ποτό μου πάνω στο ψηλό τραπεζάκι. Χάζευα το κλειδί που έχεις στο στήθος και αναρωτιόμουν πόσα πράγματα μπορεί να ξεκλειδώσει κανείς με αυτό το μικρό μεταλλικό αντικείμενο?
Εκείνη γέλασε και μου απάντησε:… με το συγκεκριμένο… μόνο ένα.
Κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια.
-Με λένε  Ντέπυ.
-Χαίρομαι που σε γνωρίζω Ντέπυ. Εγώ είμαι ο Ρόνυ.
- Ρόνυ?
- Από το Πολυχρόνη.
Ακολούθησε δεύτερο ξέσπασμα σε γέλια το οποίο συνόδεψα με ένα δικό μου. Η κουβέντα ξεκίνησε. Άρχισα να ακούω την ιστορία της, τις ανασφάλειες της, τις εμμονές της, τα προβλήματα της. Όταν δεν είσαι πάρα πολύ πλούσιος για να μπορείς να ψωνίζεις όποιο αιδοίο θέλεις και ανήκεις απλά στην κατηγορία των κοινών θνητών, πρέπει να ακολουθείς αυτό το στάδιο, αναγκαστικά, σαν ένα είδος κυνηγιού. Όπως ο κυνηγός που θέλει να πετύχει το αγριογούρουνο, παραμονεύει στην άκρη, ακούγοντας το ζώο να γρυλίζει κρυμμένο στο θάμνο, όση ώρα χρειαστεί έως ότου αυτό βγει από την κρυψώνα του και το πυροβολήσει, έτσι και γω άκουγα τη ζουμερή ξανθιά, σαν καλός κυνηγός-ψυχαναλυτής, να «γρυλίζει» τα απωθημένα της, αργά και υπομονετικά, έως ότου βρω την ευκαιρία να ρίξω τη τουφεκιά μου.
Η ώρα πέρναγε. Η ξανθιά τα χε πει όλα. Οπότε άρχισε να ρωτάει για μένα. Οι απαντήσεις μου ήταν μικρές και λιτές. Τα λόγια άρχισαν να λιγοστεύουν. Ήθελα «αίμα»  και το ήθελα τώρα. Καθώς η σιωπή έπεσε ανάμεσα μας σαν επακόλουθο της πολύωρης πολυλογίας, η μουσική άρχισε να συνοδεύει τις αργές, αισθησιακές κινήσεις μας. Άρχισα να τη χαιδεύω. Εκείνη ήταν δεκτική. Το ποτάμι δεν γύρναγε πίσω.
-Με έχεις καυλώσει… της ψιθύρισα στο αυτί κοιτάζοντας την επίμονα.
-Και συ!... μου απάντησε.
Της έκανα νεύμα να φύγουμε και εκείνη έγνεψε θετικά. Πλήρωσα τα ποτά, χαιρετήσαμε τις «γλάστρες» που ήταν στη παρέα μας και τις είχαμε γράψει κανονικά όλο το βράδυ και βγήκαμε έξω απ’ το μαγαζί με προορισμό το αυτοκίνητο μου. Τα γκάζια ακολουθούσαν τις ορμές μου σε δύναμη στο δρόμο για το ξενοδοχείο.
Δύο ώρες μετά το γλέντι μπήκαμε ξανά στο αμάξι για την επιστροφή. Την άφησα στο σπίτι της. Πριν βγει έξω μου ζήτησε το τηλέφωνο μου. Σαν τρόπαιο στην ατζέντα της. Της το δωσα.
-Θέλω και γω κάτι δικό σου!... το κλειδάκι σου!
Μου το δωσε. Ήταν το δικό μου μικρό τρόπαιο. Μόνο που σε αυτό εγώ δεν έβλεπα ένα κλειδί, αλλά μια «σφαίρα» που εκείνο το βράδυ πέτυχε το θήραμα που βρέθηκε στο δρόμο μου. Μέχρι το επόμενο!