Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα λευκό δωμάτιο. Ένα
δωμάτιο κάτασπρο, κενό, με μια πόρτα μόνο στην δεξιά άκρη της οποίας υπήρχε ένα
χρυσό πόμολο. Μέσα στο δωμάτιο και συγκεκριμένα στη μέση αυτού, στεκόταν ένας
άνδρας γυμνός. Ήταν θηριώδης και είχε κάτι το παράξενο. Το πέος του είχε δυο
κεφαλιά. Έμοιαζε πολύ με διχαλωτη γλώσσα φιδιού. Οι θεοί όταν γεννήθηκε θέλησαν
να του κάνουν ένα άσχημο αστείο. Τον
έκαναν να πιστέψει πως θα μπορούσε να νοιώθει ηδονή και από τα δυό κεφάλια του διχαλωτου πέους του, με την προϋπόθεση
πως θα έπρεπε να εκσπερματίζουν και τα
δύο ταυτόχρονα. Διαφορετικά, αν κάποιο
από τα δύο κεφάλια τελείωνε πριν το άλλο, τότε ο άνδρας θα πέθαινε. Και τώρα είχε μια τέτοια δυσκολία να
αντιμετωπίσει. Οι θεοί τον είχαν κλειδωμένο
σε αυτό το άθλιο λευκό δωμάτιο και του είχαν βάλει μπροστά στα πόδια του
μια μικρή λερναία ύδρα, με δύο πλοκάμια που υψώνονταν μέχρι το πέος του. Οι
άκρες των δύο πλοκαμιών κατέληγαν σε δύο γυναικεία κεφάλια. Μιας ξανθιάς που
κοίταζε το δεξί κεφάλι του πέους του και μιας μελαχρινης που κοίταζε το
αριστερό κεφάλι. Οι θεοί είχαν δώσει εντολή στις δύο γυναίκες να θηλάσουν τα
πεοκέφαλα που θα έβλεπαν μπροστά τους, κάνοντας τα να εκσπερματίσουν. Από την άλλη οι θεοί είχαν δώσει στον άνδρα
μια χατζάρα σαν βοήθεια προκειμένου να κόψει, εάν χρειαζόταν, το κεφάλι της γυναίκας εκείνης που θα έκανε το
πεοκέφαλο που θα έβαζε στο στόμα της σε πρόωρη εκσπερμάτιση. Αν κατάφερνε ο
μεγαλόσωμος άνδρας να εκσπερματισει ταυτόχρονα και από τα δύο του κεφάλια, τότε
η πόρτα του δωματίου θα άνοιγε και πλέον θα ήταν ελεύθερος.
Οι δύο γυναίκες ξεκίνησαν το πεοθηλασμό. Η ξανθιά θήλαζε
αργά, σα να μην βιαζόταν να κάνει τον άνδρα να εκσπερματίσει. Αντίθετα η
μελαχρινή του δινε να καταλάβει.
- Κορίτσια θα θελα πριν συνεχίσετε να γνωριστούμε
πρώτα... είπε ο άνδρας στις δύο γυναίκες. Η ξανθιά τράβηξε το κεφάλι της και
συστήθηκε χαμογελαστά:
- Γκεια σου. Με λλενε Νατάσσα και ειιμαι από το Μπρατισλάβ.
Συγγνώμη που ντεν μιλάω καλά ελληνικά αλλά είμαι σλοβάκα.
- Δεν πειράζει καρδιά μου. Εγώ είμαι ο Λούκουλος.
- Καίρομαι Λούκουλος που σε γκνωρίζω.
Η μελαχρινή στο μεταξύ από την άλλη συνέχιζε βιαστικά το
γλείψιμο.
- Εσένα καλό μου πως σε λένε? ρώτησε γλυκά ο άνδρας την
μελαχρινή κοπέλα. Εκείνη τραβήχτηκε απότομα και με υγρό βλέμμα γεμάτο
αποστροφή, κοίταξε τον Λούκουλο λέγοντας του με τσιγαρόβραχνη φωνή:
- Με λένε Φώφη, είμαι από τη Καλλιθέα και γαμώ την ατυχία
μου που οι μαλάκες οι θεοί με βάλανε πρωινιάτικα να σε τσιμπουκώσω. Όχι τίποτα
άλλο αλλά δε με αφήσανε να φορέσω και τα Dolce
πατομπούκαλα μου. Ξέρεις αυτά που φοράμε όλες σαν παράσημα της αυταρέσκειας
μας.
- Τώρα με ξενερωσες... απάντησε ο άνδρας ενώ το αριστερό
πεοκεφαλο του μαραθηκε.
- Δε πειράζει, θα στο ξανακάνω τούρμπο... απάντησε η Φώφη
γεμάτη αυτοπεποιθεση. Ύστερα ρούφηξε το πεοκέφαλο της βιαστικά και με γρήγορες
κινήσεις ξανάρχισε τη τέχνη της. Η Νατάσσα κοίταζε με ένα γλυκό χαμόγελο τον
άνδρα περιμένοντας τις εντολές του.
- Έλα γλυκιά μου ξεκινά και συ... της είπε εκείνος και η
ξανθομαλλούσα κεφαλή άρχισε πάλι τον αργό και γεμάτο αφοσίωση πεοθηλασμό.
Η αλήθεια ήταν πως η Φώφη ήταν καλύτερη από την αλλοδαπή
στην εργασία αυτή με αποτέλεσμα ο άνδρας να νοιώθει επικίνδυνα έτοιμος να
εκσπερματίσει από το αριστερό κεφάλι.
- Ήρεμα καλό μου! είπε ο άνδρας στη μελαχρινή και εκείνη φτύνοντας
το πρησμένο πεοκέφαλο, του απαντησε:
- Τι ηρεμα ρε φίλε? Άντε να τελειώνουμε γιατί με
περιμένουν και τα κορίτσια, η Γιούλη και η Πέπη να πάμε για ψώνια.
- Μη ξεχνάς καλή μου πως πρέπει να εκσπερματίσουν και τα
δυο κεφάλια ταυτόχρονα αλλιώς αν τελειώσω πρώτα στο στόμα σου, θα πεθάνω.
- Πως? Δεν μου τα πανε αυτά οι θεοί! Δε με νοιάζει! Τα
κορίτσια με περιμένουν όπως με περιμένουν και εκείνα τα Prada στη
βιτρίνα. Α ξεχασα και το καφέ που θα πάμε μετά οι θεές. Όχι δε τα χάνω με
τίποτα. Έλα, χύσε να τελειώνουμε... είπε η Φώφη ξεκινώντας πάλι το πεοθηλασμό.
Ο άνδρας νοιώθοντας την γνωστή έκσταση λίγο πριν την
ολοκλήρωση, σήκωσε ψηλά τη χατζάρα που κρατούσε στο δεξί του χέρι και χραπ...
έκοψε το κεφάλι της μελαχρινης δυό μόλις στιγμές πριν εκσπερματίσει. Η Νατάσσα
όλο αυτό το διάστημα συνέχιζε αργά και με επιμονή το έργο της. Αφού κόπηκε το
κεφάλι της Φωφης, η λερναία ύδρα πέταξε αλλά δυο κεφαλια στη θέση του. Μιας
κόκκινομαλλας και μιας μελαχρινης.
- Κορίτσια ποιές είστε εσείς? ρώτησε με έκπληξη ο άνδρας.
- Εγώ είμαι η Γιούλη απάντησε η κοκκινομάλλα και δίπλα η
Πέπη. Εσύ είσαι ρε καριόλη που έκοψες το κεφάλι της κολλητής μας, της Φωφης και
εξαιτίας σου θα χάσουμε τα Prada στη βιτρίνα και το καφεδάκι
μας στο cafe Trendy?
- Συγγνώμη κορίτσια αλλά η φίλη σας δεν ήθελε να
καταλάβει πως αν τελείωνα πρώτα σε εκείνη, θα πέθαινα.
- Να πεθάνεις ρε μαλάκα! Εξαιτίας σου θα χάσουμε και το
καφέ μας... απάντησε η Πέπη και συνέχισε... Όχι τίποτα άλλο, αλλά σήμερα
Σάββατο θα είναι μαζεμένοι στη καφετέρια και ένα σωρό αλλά θύματα σα και σένα
με τη γλώσσα έξω να θαυμάζουν τα μπουτάκια μας.
Ακολούθησαν μερικές στιγμές σιωπής, ενώ την ίδια ώρα στο
διπλανό πεοκεφαλο η ξανθιά Νατάσσα συνέχιζε τη δουλειά της κάνοντας τον
Λουκουλο να νοιώθει έτοιμος να ολοκληρώσει. Εκείνος της έπιασε μαλακά τα ολόξανθα
φωτεινά μαλλιά της, τραβώντας την μακριά από το ερεθισμένο δεξιό πεοκεφαλο του.
- Σιγά!.. Της είπε γλυκά. Εκείνη έγνεψε καταφατικά και
χαμογελώντας έδειξε στωικότητα. Ταυτόχρονα οι δυο φίλες δίπλα μάλωναν καθώς καμία
τους δεν ήθελε να πεοθηλάσει.
- Γιούλη μου όχι! Δε κανω πίπα σε κάποιον που δεν μου
έχει δηλώσει απόλυτη υποταγή. Σε κάποιον που να μου δώσει όλο του το είναι, ότι
έχει και δεν έχει, την αξιοπρέπεια του, τη νοημοσύνη του, το πορτοφόλι του και
φυσικά να έχει ακουμπήσει την δεξιά του παλάμη πάνω στο σκουλαρίκι της μπυροκοιλιτσας
μου φωνάζοντας: ορκιζομαι!
- Και γω τα ίδια θα σου λεγα Πέπη μου. Γιατί να τον τσιμπουκώσω λοιπόν εγώ
πρώτη?
Ο Λούκουλος βρισκόταν σε απόγνωση. Έτσι όπως πήγαινε δεν
θα κατάφερνε ποτέ να εκσπερματίσει ταυτόχρονα από τα δυο κεφάλια. Η Νατάσσα βλέποντας
την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, του κλείσε το μάτι και αθόρυβα
πλησίασε το πρόσωπο της στα δυο πεοκέφαλα βάζοντας τα βαθιά στο στόμα της. Στη συνέχεια
άρχισε να θηλάζει γρήγορα και παθιασμένα. Οι άλλες δυο γυναίκες συνέχιζαν να
τσακώνονται. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο άνδρας εκσπερμάτισε ταυτόχρονα και από
τα δυο κεφάλια, βγάζοντας ένα δυνατό μουγκριτό. Αφού συνήλθε σήκωσε ψιλά τη
χατζάρα, κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια τις δυο φίλες που τον θωρούσαν με
τρόμο.
- Καριολες!... Καλό shopping να χετε!... τους
είπε και με γρήγορη, βίαιη κίνηση πέρασε τη χατζάρα μέσα από τους λαιμούς τους,
κόβοντας τους στα δύο. Τότε κάτι αναπάντεχο συνέβη. Μεγάλος σεισμός άρχισε να
τραντάζει το λευκό δωμάτιο ενώ τα δυο πεοκέφαλα του άνδρα ενώθηκαν και έγιναν
ένα, παίρνοντας το πέος του κανονική μορφή. Ταυτόχρονα η πόρτα του δωματίου
άνοιξε, ενώ το σώμα της λερναίας ύδρας μεταμορφώθηκε σε γυναικείο στο πάνω άκρο
του οποίου βρισκόταν πλέον φυσιολογικά το κεφάλι της Νατάσσας.
- Είσαι όπως σε φανταζόμουν! Ψιλή με λευκό μεταξενιο
δέρμα! της είπε ο άνδρας.
Εκείνη χαμογέλασε και πιάνοντας του το χέρι του είπε με
σιγανή γλυκιά φωνή:
- Έλα αγκαπη μου! Παμε να βρούμε ρουκα να φορέσουμε!
Εκείνος έγνεψε χαμογελαστά και αγκαλιασμένοι πήραν το
δρόμο για την έξοδο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου