Αναγνώστες

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Δείπνο με την Καλυψώ (Μια φανταστική, τολμηρή ιστορία)


Η ώρα είχε φτάσει οκτώ και εγώ ήμουν για μια ακόμα φορά ακριβής στο ραντεβού μου. Το σκηνικό στη μικρή κοιλάδα στην χώρα της Απάθειας είχε στηθεί αρκετά εντυπωσιακά, αποπνέοντας ένα μοναδικό μυστήριο. Τα εκατοντάδες μικρά λευκά κεράκια που ήταν φυτεμένα στο γρασίδι σχημάτιζαν ένα τεράστιο φωτεινό κύκλο σε ακτίνα 20 περίπου μέτρων. Στο κέντρο του βρίσκονταν ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι στρωμένο με κόκκινο τραπεζομάντιλο. Τα 2 σερβίτσια παρατεταγμένα το ένα απέναντι στο άλλο, με το ασημένιο κηροπήγιο στη μέση να τα χωρίζει σαν διαιτητής, συμπλήρωναν τo ντεκόρ. Πλησίασα στο τραπέζι και κάθισα στην καρέκλα που έβλεπε προς το κάστρο μου, στο βόρειο άκρο της κοιλάδας.
-Καλησπέρα… άκουσα να μου λέει πίσω από την πλάτη μου η Καλυψώ, το τοπικό θηλυκό βαμπίρ της Απάθειας. Σηκώνομαι για να την χαιρετίσω και η θέα της με εντυπωσιάζει. Ήταν σαφώς πιο περιποιημένη από το πρωί που την πρωτοείδα στο πηγάδι της αυλής μου, με τα μαύρα μαλλιά της χτενισμένα, σαν να χε πάει σε κομμωτήριο και με μια βραδινή τουαλέτα που γυάλιζε από το φως των κεριών που μας περικύκλωναν. Μαύρο μακρύ φόρεμα σε τέλεια αντίθεση με το κάτασπρο δέρμα της.  Σκεφτόμουνα… αυτά τα σατανικά, βαμπίρικα κέρατα να μην είχε στο μέτωπο γαμώτο, θα ήταν τέλεια!
-Σε ευχαριστώ που ήρθες.
-Φαντάζομαι πως δεν είχα και άλλη επιλογή. Το πρωί μου είπες πως αν δεν ερχόμουν στο δείπνο, οι συνέπειες θα ήταν εξαιρετικά δυσάρεστες για μένα. Θα με σκότωνες μου είπες. Αλήθεια, συνηθίζεις να το κάνεις και με άλλους αυτό?
-Προσκαλώ σε δείπνο όλους τους άντρες που επιλέγουν την Απάθεια σαν νέο τόπο διαμονής τους. Αν κάποιος αρνηθεί την πρόσκληση, τότε βγάζω ένα πιστόλι και τον σκοτώνω.
-Καλά, η φαντασία σου είναι χειρότερη και από αυτή του Ρανταπλάν, του σκυλιού που είναι πιο ηλίθιο και από τη σκιά του.. της λέω γελώντας περιπαιχτικά.
-Μη βιάζεσαι. Το ότι δέχτηκες την πρόσκληση δεν σημαίνει πως καθάρισες κιόλας. Στο τέλος του δείπνου θα σε αξιολογήσω και αν κρίνω πως είσαι αρκετά καλός για να γίνεις κάτοικος αυτής της χώρας, τότε θα σου δώσω ένα φιλί. Αν όμως δεν είσαι αυτός που πρέπει, τότε θα σου δαγκώσω το πέος με τρομακτικές συνέπειες μετά για σένα.
-Αρχίζει και γίνεται ενδιαφέρον!.. της είπα, προσπαθώντας να κρύψω το αίσθημα ανησυχίας που άρχισε να αναδύεται μέσα μου.
-Εάν σε δαγκώσω, τότε κάθε φορά που θα εκσπερματίζεις, ο φαλλός σου αντί για σπέρμα θα εκκρίνει χυμό φραγκοστάφυλο. Και ξέρεις… το φραγκοστάφυλο είναι ένα απεχθές φρούτο στην Απάθεια. Εάν σε πάρουν χαμπάρι οι γυναίκες του τόπου αυτού, τότε θα εκδιωχθείς βίαια από δω.
Με είχε αφήσει άφωνο. Και μόνο η σκέψη ότι το πέος μου θα μπορούσε να γίνει αντλία χυμού με τρομοκράτησε.
-Λοιπόν, τι θα φάμε?.. τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να πάω παρακάτω.
-Επέλεξα κοτόσουπα για πρώτο πιάτο και σουτζουκάκια με λαζάνια για δεύτερο.
Την καριόλα… Ήξερε και τα γούστα μου.
-Πολύ καλή επιλογή Καλυψώ. Ελπίζω να σου αρέσει και το κρασί που έφερα. Ένα merlot από τα αμπέλια της χώρας της Απώλειας. Έχω μερικά στην κάβα μου για ειδικές περιπτώσεις.
Το σερβίρισμα έγινε με τρόπο μαγικό όπως μόνο ένα βαμπίρ μπορούσε να κάνει. Σερβιτόροι με ποδιές εμφανίστηκαν από το πουθενά και γέμισαν με φαγητά το τραπέζι. Ξεκινήσαμε να τρώμε. Εκείνη έδειχνε να απολαμβάνει το φαγητό της. Εμένα είχε πάει η καρδιά μου στην κούλουρη.
-Αλήθεια, τι σε έσυρε ως αυτό τον τόπο και θες κιόλας να γίνεις και κάτοικος του?
- Η ανάγκη να ξεχάσω.
-Και τι θέλεις να ξεχάσεις?
-Όλα τα τετριμμένα που ζούσα στη  χώρα της Απώλειας.
- Όταν λες τετριμμένα, τι ακριβώς εννοείς?... με ρώτησε πιο διερευνητικά.
- Την χωρίς νόημα καθημερινότητα μου. Την ανιαρή ρουτίνα μου. Τη ζωή με σκηνές που διαρκώς οι πρωταγωνιστές της είναι απόντες και πάντα είναι γεμάτη με κομπάρσους. Τις μέρες που η ατμόσφαιρα γεμίζει από την αστερόσκονη μιας μεγάλης έκρηξης αλλά που ποτέ μου δεν την έχω δει και πάντα την κυνηγάω. Αυτό το απροσδιόριστο που λείπει… της είπα μελαγχολικά.
- Καταλαβαίνω. Η Απώλεια θέλει πολύ νεύρο για να μπορέσεις να ζήσεις σε αυτή. Όμως και αυτή η χώρα που ήρθες έχει τους δικούς της κανόνες. Μπορεί να σε κουράσουν.
-Μπορεί. Μέχρι τότε όμως μου αρκεί που έφυγα από το βρομότοπο.
Οι ερωτήσεις συνεχίζονταν εκ μέρους της σε ρυθμό ανάκρισης. Προσπαθούσα να σκεφτώ κάποιο  τρόπο για να αποφύγω την χειρότερη έκβαση που θα μπορούσε να  έχει αυτό το δείπνο.
-Καλυψώ, θα ήθελα να σου προτείνω κάτι… της λέω διστακτικά.
-Σε ακούω.
-Αν τελικά με κρίνεις αρνητικά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να τιμωρηθώ? Πρέπει ντε και καλά να γίνει το σώμα μου μηχανή παραγωγής χυμού φραγκοστάφυλου? Μπορώ να ξεκουμπιστώ από τη χώρα της Απάθειας χωρίς όλα αυτά που σκέφτηκες..
-Το ξέρω. Απλά αυτό που εσύ δεν ξέρεις είναι πως σε όποια άλλη χώρα και αν πας, πλην αυτής της Απώλειας απ’όπου και ήρθες, θα σε περιμένει κάποια άλλη σαν εμένα, που θα σε βάλει στην ίδια δοκιμασία και που αν χάσεις, θα εκσπερματίζεις ένα χυμό, που απλά το φρούτο αλλάζει από χώρα σε χώρα.
Αλλά αφού σε φοβίζει η λύση του φραγκοστάφυλου, τότε εντάξει. Αν σε κρίνω αρνητικά, φεύγεις χωρίς συνέπειες.
Είχα απογοητευθεί. Ήμουν παγιδευμένος και δεν είχα το χρόνο να βρω μια καλύτερη λύση.
Η ώρα περνούσε και το  φαγητό είχε σχεδόν τελειώσει.
-Τι θα ήθελες για επιδόρπιο? με ρώτησε
- Τι να σου πω…Παγωτό βανίλια με σιρόπι φραγκοστάφυλο  της είπα ειρωνικά. Έβαλε τα γέλια.
- Άσε θα επιλέξω εγώ. Τι θα λεγες για σοκολατόπιτα, με καβουρδισμένα αμύγδαλα, μια μπάλα παγωτό σοκολάτα από πάνω, περιχυμένα με  ζεστό σιρόπι σοκολάτας και  λίγο κονιάκ?
Ήξερε και το αγαπημένο μου γλυκό. « Από πού να με ξέρεις άραγε?» Έγνεψα καταφατικά το κεφάλι μου και ως δια μαγείας εμφανίστηκε μπροστά μου το γλυκό. «Δε γαμιέται… σκέφτηκα… ότι είναι να γίνει ας γίνει. Και να τη γλιτώσω από δω, το σενάριο του γίνει το πέος μου αποχυμωτής δεν το γλίτωνα. Σε όποιο τόπο και αν πήγαινα, όλο και κάποιο φρούτο θα μου βγαινε. Εκτός αν γύρναγα στην Απώλεια. Αλλά και αυτή η ιδέα φάνταζε χειρότερη».
Το δείπνο είχε τελειώσει. Ένοιωθα ταχυπαλμία στην αναμονή της απάντησης της. Σηκώθηκα όρθιος, Αυτή κάθονταν ήρεμη και με κοίταζε στα μάτια και λίγο παραπέρα..
-Λοιπόν, τι αποφάσισες?
Σηκώθηκε όρθια, με πλησίασε, άπλωσε τα χέρια της στο λαιμό μου, έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να με φιλάει στο στόμα. Δέκα δευτερόλεπτα σχεδόν χωρίς ανάσα.
- Κέρδισες. Μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου κάτοικο αυτής της χώρας. Μπορείς να γυρίσεις στο κάστρο σου.
Ήμουν ανακουφισμένος και έτοιμος να αποχωρήσω με ενθουσιασμό για την επιτυχία μου. Όμως κάτι με σταμάτησε. Την κοίταξα  βαθιά..
-Μια ερώτηση θέλω να σου κάνω πριν φύγω.  Γιατί… φραγκοστάφυλο?
-Είναι το αγαπημένο μου φρούτο, μου απάντησε. Λατρεύω τους χυμούς του.
Την κοίταξα πιο έντονα. Εκείνη ανταποκρίνονταν με ένα μελαγχολικό και παραπονιάρικο ταυτόχρονα βλέμμα. Ιδρώτας άρχισε να κυλά  στο μέτωπο μου, ενώ οι δυνατοί χτύποι της καρδιάς μου έκαναν τις φλέβες μου να πάλλονται. Την πλησίασα και σε απόσταση αναπνοής την ρώτησα διστακτικά...
- Αλήθεια, θα ήθελες ένα απεριτίφ με γεύση… φραγκοστάφυλο?
- Είσαι έτοιμος να μου το προσφέρεις?... ρώτησε με πονηρό χαμόγελο
-Γονάτισε… της είπα με φωνή που πρόδιδε πόθο. Εκείνη υπάκουσε, ενώ εγώ ξεκουμπώνοντας το φερμουάρ του παντελονιού μου έφερα  το πρόσωπο της μπροστά στο πέος μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου