" Πάααρε με και κάνε με ότι θες".... γκλιν γκλον.
- Ωραίος σταθμός αυτός... σκέφτηκε ο Λούκουλος χαζεύοντας το ραδιόφωνο που έπαιζε μουσική. Είχε πέσει η νύχτα και αυτή η χαλαρή, μπλαζέ μουσική που υπέκρυπτε ωστόσο κρυφά πάθη ήταν η καλύτερη συντροφιά εκείνη τη στιγμή. Ήταν και Παρασκευή και το μυαλό του προσπαθούσε να ισορροπήσει από τα πάθη της εβδομάδας που τελείωνε. Ήταν ζεστό το βράδυ και αυτή η ξεραίλα της ατμόσφαιρας τον εκνεύριζε. Παρά τη κούραση και το μούδιασμα των στιγμών, σηκώθηκε αργά και τράβηξε προς το μπαλκόνι. Στάθηκε κάτω απο την μπαλκονόπορτα, σήκωσε το κεφάλι και άρχιζε να χαζεύει τον αστροφορεμένο ουρανό. Τρόπως του λέγειν αστροφορεμένος, διότι αυτά τα κωλοσύννεφα χαλούσαν το ντεκόρ. Στην ησυχία του δωματίου άκουσε βήματα που δημιουργούσαν ρυθμικούς ήχους στο παλιό ξύλινο πάτωμα. Γύρισε το κεφάλι του και είδε το Παιδί. Έτσι αποκαλούσε πλέον τον Χρόνο που εμφανιζόταν μπροστά του με την μορφή του παιδικού του εαυτού.
-Καλώς τον. Πως απο δώ? Εσύ απεχθάνεσαι τη ζέστη... είπε ο Λούκουλος.
- Άστα. Όπου και να πάω τώρα έχει ζέστη. Ήρθα απο δω που έχει και ησυχία. Τι κάνεις?
- Τα ίδια.
-Βαριέσαι?
- Βασικά... δε ξέρω. Άπνοια.
- Τι σκέφτεσαι?... ρώτησε το Παιδί τον άνδρα που στεκόταν στην μπαλκονόπορτα.
- Κάτι που μου ήρθε σήμερα το πρωί.
-Τι πράγμα?
- Να... σκέφτηκα πως η ζωή είναι σκληρή. Κάποιες φορές σου φέρνει την αγάπη όταν σου έχει ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα επιθυμίας να αγαπηθείς. Όταν έχεις στεγνώσει.
- Και?
- Και... τίποτα.
- Μη χωλοσκάς. Στα πιο ξερά χώματα ανθίζουν κάποιες φορές τα πιο σπάνια και όμορφα λουλούδια. Πάντως έχεις δίκιο. Κάνει πολύ ζέστη εδώ. Πάω να βουτήξω... είπε το Παιδί και αφού μεταμόρφωσε τα ρούχα του σε μαγιό, διακτινίστηκε την ώρα που έβγαζε απο το πουθενά μια μάσκα βυθού, φορώντας την στο πρόσωπο.
Το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει την Συννεφούλα:... μη μιλάς άλλο για αγάπη, η αγάπη είναι παντού....
- Καλό καλοκαίρι!... σκέφτηκε ο Λούκουλος χαμογελώντας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου