Αναγνώστες

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Μικρά Λάφυρα

Σάββατο βράδυ, περασμένες έντεκα. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει εδώ και καμιά ώρα και τα πάντα στο μικρό καθαρό δήμο, εκεί στα βόρεια της Αθήνας είχαν ποτιστεί για τα καλά. Η κίνηση στον μικρό πεζόδρομο ήταν για ένα ακόμα Σαββατόβραδο αυξημένη. Μικρές παρέες δύο, τριών ατόμων με ομπρέλες ανά χείρας, παρέλαυναν μπροστά από τα καφέ της περιοχής, που μετά τις 10 έριχναν το φωτισμό και μεταμορφώνονταν περίτεχνα σε μπαροειδή στέκια.  Τέσσερα πέντε μαγαζιά που άρχιζαν να γεμίζουν με βραδινούς θαμώνες, οι μουσικές που δυνάμωναν και τα φαγάδικα με το γρήγορο φαγητό που έσφιζαν από πιτσιρικαρία πριν τη μεγάλη έξοδο, έδεναν την εικόνα της νυχτερινής ζωής. Εκεί, στο μεσαίο καφέ μπαρ, η ατμόσφαιρα ήταν άνετη. Το μαγαζί ήταν γεμάτο, όχι ασφυκτικά αλλά όσο έπρεπε. Ξένες μουσικές που σου φτιάχνουν τη διάθεση έκαναν τους θαμώνες να χτυπάνε ρυθμικά τα δάχτυλα τους στα τραπέζια και στο μπαρ ακολουθώντας τη μελωδία. Οι γυναίκες περιποιημένες και γι΄ αυτό κυρίως το λόγο εντυπωσιακές.
Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι είναι αυτό που διαχωρίζει αισθητικά τα νότια από τα βόρεια προάστια, κάνοντας τον βορρά της Αθήνας να μοιάζει με παραμυθούπολη σε σχέση με την νότια πολιτεία της μπίχλας. Η αλήθεια είναι πως… όλα τελικά διαφέρουν. Παρόλα αυτά, το κερασάκι σε αυτή την τούρτα των διαφορών, είναι ίσως οι γυναίκες. Όλες καριόλες είναι βέβαια, αλλά στο θέμα γοητείας κάπου το πράγμα αλλάζει.  Στο Νότο τα κορίτσια δεν πολυενδιαφέρονται. Είτε πάνε για ψώνια, είτε βγαίνουν για βόλτα είτε κάνουν το οτιδήποτε η εμφάνιση φωνάζει για την αδιαφορία τους. Αθλητική φόρμα, άντε κανά τζιν στη καλύτερη ή κανένα συντηρητικό μαύρο πάνινο παντελόνι για πιο κυριλέ καταστάσεις, το μαλλί ξεβαμμένο με τη μαύρη ρίζα να προδίδει το ατημέλητο του πράγματος και το κακό, βαρύ  make up να βάζει την υπογραφή του στην καταδίκη της θηλυκότητας. Από την άλλη στο Βορρά, η ομοιομορφία της περιποιημένης εμφάνισης, τόσο στα σικ ρούχα των γυναικών όσο και στις καλοφτιαγμένες κουπ, κάνει τις γυναίκες να παίρνουν αυτό που η προσπάθεια τους, τους κάνει να αξίζουν: λάμψη.
Έτσι λαμπερή ήταν και η ψιλή νταρντανοφοράδα που στεκόταν με την ξανθιά θεογκόμενα φίλη της και το μουσάτο πούστη με το λευκό τρεντι φανελάκι, εκεί στην άκρη της μπάρας. Δυο μούνες με κεφάλια στο κίτρινο, που μπήκαν μέσα στο μπαρ διεκδικώντας αυτό για το οποίο πάσχιζαν: την αποθέωση.
Η ψιλή με τη φίλη της έπιναν σαμπούγκα με κομματάκια μήλου μέσα στο ποτήρι ενώ ο πούστης έπινε κάτι διαφανές καθώς έπαιζε με το καλαμάκι του ποτηριού του, βάζοντας και βγάζοντας το έξω από το στόμα του προκλητικά, καθώς έδινε έτσι το στίγμα του.
Η όμορφη ήταν στον κόσμο της. Η ψιλή άκουγε τις χαριτωμενιές του πούστη. Την κοίταζα επίμονα.  Αν και το ντύσιμο της δεν ήταν ιδιαίτερα προκλητικό-καθώς τα παραπανίσια κιλά δεν της επέτρεπαν και πολλές μαγκιές- τα δυνατά σημεία της ωστόσο  ήξερε να τα χειριστεί.  Φόραγε μαύρο συνολάκι φούστα μπλούζα με το μπούστο να είναι ακάλυπτο λίγο πάνω απ τη κοιλάδα του στήθους της. Και τι στήθος. Για άρμεγμα… Παρά τη λαχταριστή της εμφάνιση, εκείνο που μου κέντρισε το ενδιαφέρον και μου έγινε εμμονή εκείνο το βράδυ ήταν το γυαλιστερό, μεταλλικό κλειδί που φόραγε εν είδη μενταγιόν στο στήθος. Ένα κλειδί σα να τανε βγαλμένο από παραμύθι, καθώς η σμιλεμένες με τέχνη άκρες του και τα διάφορα σχέδια που το στόλιζαν στη βάση του το έκαναν να μοιάζει με κλειδί που ανοίγει κάποιο πειρατικό μπαούλο στο οποίο κρύβονταν θησαυροί ή την βαριά κλειδαριά μιας επιβλητικής πόρτας που αποτελεί πέρασμα σε κάποιο μυστικό δωμάτιο. Ένα τέτοιο κλειδί κρεμόταν μέσα από μια ελαφριά ασημένια αλυσίδα στη σχισμή του στήθους της κοπέλας, σημάδι το οποίο φώναζε:… είμαι διαθέσιμη!

- Και γω είμαι διαθέσιμος!Ας ενώσουμε λοιπόν τις διαθεσιμότητες μας! σκέφτηκα και αφού πήρα στο χέρι μου το ποτό μου, σαν κυνηγός που παίρνει το όπλο του για κυνήγι, τράβηξα προς το μέρος της με σταθερά βήματα κοιτάζοντας το θήραμα στα μάτια. Τρία βήματα πριν βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με κείνη, γύρισε το βλέμμα της πάνω μου και με αινιγματικό χαμόγελο με κοίταξε σα να μου λεγε:… σε περιμένω.

-         Καλησπέρα… της είπα με άνετο, βελούδινο στυλ και άφησα ανέμελα το ποτό μου πάνω στο ψηλό τραπεζάκι. Χάζευα το κλειδί που έχεις στο στήθος και αναρωτιόμουν πόσα πράγματα μπορεί να ξεκλειδώσει κανείς με αυτό το μικρό μεταλλικό αντικείμενο?
Εκείνη γέλασε και μου απάντησε:… με το συγκεκριμένο… μόνο ένα.
Κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια.
-Με λένε  Ντέπυ.
-Χαίρομαι που σε γνωρίζω Ντέπυ. Εγώ είμαι ο Ρόνυ.
- Ρόνυ?
- Από το Πολυχρόνη.
Ακολούθησε δεύτερο ξέσπασμα σε γέλια το οποίο συνόδεψα με ένα δικό μου. Η κουβέντα ξεκίνησε. Άρχισα να ακούω την ιστορία της, τις ανασφάλειες της, τις εμμονές της, τα προβλήματα της. Όταν δεν είσαι πάρα πολύ πλούσιος για να μπορείς να ψωνίζεις όποιο αιδοίο θέλεις και ανήκεις απλά στην κατηγορία των κοινών θνητών, πρέπει να ακολουθείς αυτό το στάδιο, αναγκαστικά, σαν ένα είδος κυνηγιού. Όπως ο κυνηγός που θέλει να πετύχει το αγριογούρουνο, παραμονεύει στην άκρη, ακούγοντας το ζώο να γρυλίζει κρυμμένο στο θάμνο, όση ώρα χρειαστεί έως ότου αυτό βγει από την κρυψώνα του και το πυροβολήσει, έτσι και γω άκουγα τη ζουμερή ξανθιά, σαν καλός κυνηγός-ψυχαναλυτής, να «γρυλίζει» τα απωθημένα της, αργά και υπομονετικά, έως ότου βρω την ευκαιρία να ρίξω τη τουφεκιά μου.
Η ώρα πέρναγε. Η ξανθιά τα χε πει όλα. Οπότε άρχισε να ρωτάει για μένα. Οι απαντήσεις μου ήταν μικρές και λιτές. Τα λόγια άρχισαν να λιγοστεύουν. Ήθελα «αίμα»  και το ήθελα τώρα. Καθώς η σιωπή έπεσε ανάμεσα μας σαν επακόλουθο της πολύωρης πολυλογίας, η μουσική άρχισε να συνοδεύει τις αργές, αισθησιακές κινήσεις μας. Άρχισα να τη χαιδεύω. Εκείνη ήταν δεκτική. Το ποτάμι δεν γύρναγε πίσω.
-Με έχεις καυλώσει… της ψιθύρισα στο αυτί κοιτάζοντας την επίμονα.
-Και συ!... μου απάντησε.
Της έκανα νεύμα να φύγουμε και εκείνη έγνεψε θετικά. Πλήρωσα τα ποτά, χαιρετήσαμε τις «γλάστρες» που ήταν στη παρέα μας και τις είχαμε γράψει κανονικά όλο το βράδυ και βγήκαμε έξω απ’ το μαγαζί με προορισμό το αυτοκίνητο μου. Τα γκάζια ακολουθούσαν τις ορμές μου σε δύναμη στο δρόμο για το ξενοδοχείο.
Δύο ώρες μετά το γλέντι μπήκαμε ξανά στο αμάξι για την επιστροφή. Την άφησα στο σπίτι της. Πριν βγει έξω μου ζήτησε το τηλέφωνο μου. Σαν τρόπαιο στην ατζέντα της. Της το δωσα.
-Θέλω και γω κάτι δικό σου!... το κλειδάκι σου!
Μου το δωσε. Ήταν το δικό μου μικρό τρόπαιο. Μόνο που σε αυτό εγώ δεν έβλεπα ένα κλειδί, αλλά μια «σφαίρα» που εκείνο το βράδυ πέτυχε το θήραμα που βρέθηκε στο δρόμο μου. Μέχρι το επόμενο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου