Αναγνώστες

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Ξανθός άγγελος καλεί... Αζόρ!


Τετάρτη απόγευμα. Γυρίζοντας με το αυτοκίνητο από τη δουλειά μου, η τελευταία έννοια που είχα για μια ακόμα μέρα ήταν η εύρεση θέσης στάθμευσης. Δυστυχώς η περιοχή που μένω βρίθει αυτοκινήτων και το να βρεις λίγο χώρο να αφήσεις το όχημα, μοιάζει αρκετές φορές με παιχνίδι Λοττο. Ωστόσο τούτη τη φορά φάνηκε να είμαι τυχερός, καθώς λίγες δεκάδες μέτρα από το σπίτι ξετρύπωσα με την άκρη του ματιού μου μια κενή θέση, αριστερά της στροφής του δρόμου που βρισκόμουν. Σαν το θηρίο που βλέπει το θήραμα του,  ήμουν σταματημένος στη διασταύρωση, ρίχνοντας τελευταίες ματιές στον δρόμο πριν στρίψω αριστερά.
- Ο δρόμος ελεύθερος και τα σκυλιά δεμένα… σκέφτηκα. Τι το θελα?  Ασυναίσθητα και λίγο πριν πατήσω το γκάζι, με το αριστερό φλας αναμμένο, κοίταξα για μια στιγμή δεξιά μου. Αυτό ήταν. Στεκόταν όρθια στην άκρη του πεζοδρομίου και συνομιλούσε με κάποιον. Ήταν ψηλή, πάνω από 1.80 ενδεχομένως, αδύνατη με μακριά ξανθά ίσια μαλλιά, γύρω στα 30. Το πρόσωπο της ήταν άσπρο και γήινο. Με λεπτά χαρακτηριστικά, βγαλμένη από πίνακα εποχής. Ουρί του παραδείσου. Στο χέρι της κρατούσε ένα λουρί που κατέληγε στο λαιμό ενός μικρού σκύλου. Κανίς ήταν. Και ο άλλος ο τύπος που μίλαγε μαζί της, είχε βγάλει βόλτα το δικό του. Μπάσταρδο ήταν.  Ήξερα πως τα κατοικίδια είναι η καλύτερη γκομενοπαγίδα. Έμεινα για δευτερόλεπτα να τη κοιτάζω. Με πήρε χαμπάρι, με κοίταξε, αλλά ξαναγύρισε το πρόσωπο της στον συνομιλητή της. Τη κοίταζα, μέχρι που ξύπνησα από τα δυνατά κορναρίσματα του αμαξιού πίσω απ΄ το δικό μου. Με γρήγορες κινήσεις έστριψα αριστερά και για κακή μου τύχη τη θέση του πάρκινγκ μου την είχε πάρει ένα corolla.
-         Δε γαμιέται. Χαλάλι!... σκέφτηκα και ξανάρχισα τις γύρες για ανεύρεση άλλης ελεύθερης θέσης.
 Έλα όμως που  ο ξανθός άγγελος είχε σφηνώσει στο μυαλό μου. Χωρίς να το καταλάβω έκανα τον γύρο του τετραγώνου και ξαναβρέθηκα στο ίδιο σημείο, στη διασταύρωση που την είχα δει. Είχε τελειώσει τη κουβέντα της με τον τύπο και είχε προχωρήσει αρκετά μέτρα ευθεία μπροστά με προορισμό την μεγάλη λεωφόρο που έκοβε τον δρόμο. Ένας δρόμος, μια ευθεία, που εκείνη τη στιγμή εγώ και εκείνη μοιάζαμε σαν τελείες σε διαφορετικά της σημεία. Εγώ ακινητοποιημένος στο αυτοκίνητο μου να την χαζεύω να προχωράει μπροστά και εκείνη μέσα στο μαύρο παλτό της να περπατάει ρυθμικά, κουνώντας τους γοφούς της με χάρη δεξιά και αριστερά. Αν και αδύνατη, είχε καμπύλες στα σωστά σημεία. Έστριψα πάλι αριστερά ψάχνοντας για πάρκινγκ. Μάταια όμως. Σκέφτηκα… - Τώρα θα χει βγει στη λεωφόρο.
 Πήρα την παράλληλο της οδού που την συνάντησα και που έτεμνε και αυτή την μεγάλη λεωφόρο σε διαφορετικό όμως σημείο. Έστριψα προς την κατεύθυνση της, φθάνοντας στη συμβολή με τον δρόμο που ακολουθούσε και λογικά θα έβγαινε. Κοίταξα στο βάθος του δρόμου που λίγα λεπτά πριν ήμουν ακίνητος από πίσω της, κοιτάζοντας την να ανεβαίνει. Δεν ήταν πουθενά.
-         Δε μπορεί. Σίγουρα θα πέρασε απέναντι και θα ανηφορίζει.
      Έστριψα το κεφάλι μου απέναντι. Όντως ανέβαινε μέσα στο χαρακτηριστικό της παλτό με το μικρό σκυλάκι της να την ακολουθεί κατά πόδας πιασμένο από το λουρί. Μια επιθυμία να την ακολουθήσω με συνεπήρε, αλλά ο δρόμος ήταν μονής κατεύθυνσης, αντίθετης από την πορεία του ξανθού αγγέλου. Κάτι έπρεπε να κάνω. Ένοιωθα αα το λιοντάρι που κυνηγώντας την αντιλόπη, βρίσκεται μπροστά σε άγριους θάμνους που αποτελούν εμπόδιο στο πέρασμα του. Σκέφτηκα την πορεία που θα έκανε ο ξανθός άγγελος. Εάν συνέχιζε ευθεία την ανηφόρα μετά από δύο στενά θα έφτανε στο τέλος του. Και μετά? Λογικά θα ακολουθούσε τον μεγάλο δρόμο που συνέχιζε από εκεί και οδηγούσε στη μικρή πλατεία της επόμενης γειτονιάς. Σε χρόνο dt έφτιαξα στο gps του μυαλού μου τη διαδρομή που θα ακολουθούσα και που αν ήμουν τυχερός, μπορεί να με έβγαζε μπροστά της. Με φαντασία και ακόμη περισσότερη τόλμη,  άρχισα να οδηγώ. Αριστερά και δυο στενά μετά πάλι αριστερά  Τράβηξα την ανηφόρα και στην διασταύρωση του δρόμου που οδηγούσε στην πλατεία, σταμάτησα. Κοίταξα προς τα κάτω και την είδα να ανηφορίζει. – Ναι!  Έτσι, βεντούζα!... σκέφτηκα.
Ήταν σε απόσταση 20 μέτρων. Με είδε ότι την είδα. Χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλα από το πορτοφόλι μου μια κάρτα με το όνομα και το τηλέφωνο μου. Εκείνη πέρασε απέναντι προχωρώντας μπροστά από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου. Γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε. Της χαμογέλασα. Ξαναγύρισε αδιάφορη το κεφάλι της στην ευθεία, πηγαίνοντας να προσπεράσει το αμάξι μου. Άνοιξα το παράθυρο του συνοδηγού και της φώναξα
- Δεσποινίς!... Συγγνώμη, να σας δώσω κάτι.
Εκείνη πλησίασε. Έσκυψε μπροστά από το παράθυρο του συνοδηγού.  Με είδε που τέντωσα το χέρι μου κρατώντας την κάρτα στις άκρες των δαχτύλων. Μου χαμογέλασε, έφερε το δεξί της χέρι στο στήθος, δείχνοντας μου την βέρα της.
-Συγγνώμη. Είμαι παντρεμένη… μου είπε χαμογελαστά με ξενική προφορά.
- Δε πειράζει. Πάντως είσαι πολύ όμορφη... απάντησα χαμογελώντας και έκλεισα το παράθυρο. Εκείνη συνέχισε το δρόμο της, κρατώντας το λουρί του σκύλου που βιαζόταν να προχωρήσει. Έστριψα αριστερά με κατεύθυνση για το σπίτι. Στο φανάρι που περίμενα μερικά δευτερόλεπτα μετά, είδα στη γωνία ένα pet shop. Στη γωνία της βιτρίνας διαφήμιζε λουριά για σκύλους. Το θηρίο είχε χάσει το θήραμα του. Και εκείνη τη στιγμή θα ήθελε να μεταμορφωνόταν ακόμα και σε κανίς, φορώντας έστω και ένα τρισάθλιο λουρί. Σαν αυτό του τετράποδου που η ξανθιά έσερνε από πίσω της. Πως το είπαμε να δεις… Αζόρ? 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου