Αναγνώστες

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Δικέφαλος Πειρασμός (τρελή και ακατάλληλη ιστορία)


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα λευκό δωμάτιο. Ένα δωμάτιο κάτασπρο, κενό, με μια πόρτα μόνο στην δεξιά άκρη της οποίας υπήρχε ένα χρυσό πόμολο. Μέσα στο δωμάτιο και συγκεκριμένα στη μέση αυτού, στεκόταν ένας άνδρας γυμνός. Ήταν θηριώδης και είχε κάτι το παράξενο. Το πέος του είχε δυο κεφαλιά. Έμοιαζε πολύ με διχαλωτη γλώσσα φιδιού. Οι θεοί όταν γεννήθηκε θέλησαν να του κάνουν ένα άσχημο αστείο.  Τον έκαναν να πιστέψει πως θα μπορούσε να νοιώθει ηδονή και από τα δυό  κεφάλια του διχαλωτου πέους του, με την προϋπόθεση πως  θα έπρεπε να εκσπερματίζουν και τα δύο ταυτόχρονα. Διαφορετικά,  αν κάποιο από τα δύο κεφάλια τελείωνε πριν το άλλο, τότε ο άνδρας θα πέθαινε. Και  τώρα είχε μια τέτοια δυσκολία να αντιμετωπίσει. Οι θεοί τον είχαν κλειδωμένο  σε αυτό το άθλιο λευκό δωμάτιο και του είχαν βάλει μπροστά στα πόδια του μια μικρή λερναία ύδρα, με δύο πλοκάμια που υψώνονταν μέχρι το πέος του. Οι άκρες των δύο πλοκαμιών κατέληγαν σε δύο γυναικεία κεφάλια. Μιας ξανθιάς που κοίταζε το δεξί κεφάλι του πέους του και μιας μελαχρινης που κοίταζε το αριστερό κεφάλι. Οι θεοί είχαν δώσει εντολή στις δύο γυναίκες να θηλάσουν τα πεοκέφαλα που θα έβλεπαν μπροστά τους, κάνοντας τα να εκσπερματίσουν.  Από την άλλη οι θεοί είχαν δώσει στον άνδρα μια χατζάρα σαν βοήθεια προκειμένου να κόψει, εάν χρειαζόταν,  το κεφάλι της γυναίκας εκείνης που θα έκανε το πεοκέφαλο που θα έβαζε στο στόμα της σε πρόωρη εκσπερμάτιση. Αν κατάφερνε ο μεγαλόσωμος άνδρας να εκσπερματισει ταυτόχρονα και από τα δύο του κεφάλια, τότε η πόρτα του δωματίου θα άνοιγε και πλέον θα ήταν ελεύθερος.
Οι δύο γυναίκες ξεκίνησαν το πεοθηλασμό. Η ξανθιά θήλαζε αργά, σα να μην βιαζόταν να κάνει τον άνδρα να εκσπερματίσει. Αντίθετα η μελαχρινή του δινε να καταλάβει.
- Κορίτσια θα θελα πριν συνεχίσετε να γνωριστούμε πρώτα... είπε ο άνδρας στις δύο γυναίκες. Η ξανθιά τράβηξε το κεφάλι της και συστήθηκε χαμογελαστά:
- Γκεια σου. Με λλενε Νατάσσα και ειιμαι από το Μπρατισλάβ. Συγγνώμη που ντεν μιλάω καλά ελληνικά αλλά είμαι σλοβάκα.
- Δεν πειράζει καρδιά μου. Εγώ είμαι ο Λούκουλος.
- Καίρομαι Λούκουλος που σε γκνωρίζω.
Η μελαχρινή στο μεταξύ από την άλλη συνέχιζε βιαστικά το γλείψιμο.
- Εσένα καλό μου πως σε λένε? ρώτησε γλυκά ο άνδρας την μελαχρινή κοπέλα. Εκείνη τραβήχτηκε απότομα και με υγρό βλέμμα γεμάτο αποστροφή, κοίταξε τον Λούκουλο λέγοντας του με τσιγαρόβραχνη φωνή:
- Με λένε Φώφη, είμαι από τη Καλλιθέα και γαμώ την ατυχία μου που οι μαλάκες οι θεοί με βάλανε πρωινιάτικα να σε τσιμπουκώσω. Όχι τίποτα άλλο αλλά δε με αφήσανε να φορέσω και τα Dolce πατομπούκαλα μου. Ξέρεις αυτά που φοράμε όλες σαν παράσημα της αυταρέσκειας μας.
- Τώρα με ξενερωσες... απάντησε ο άνδρας ενώ το αριστερό πεοκεφαλο του μαραθηκε.
- Δε πειράζει, θα στο ξανακάνω τούρμπο... απάντησε η Φώφη γεμάτη αυτοπεποιθεση. Ύστερα ρούφηξε το πεοκέφαλο της βιαστικά και με γρήγορες κινήσεις ξανάρχισε τη τέχνη της. Η Νατάσσα κοίταζε με ένα γλυκό χαμόγελο τον άνδρα περιμένοντας τις εντολές του.
- Έλα γλυκιά μου ξεκινά και συ... της είπε εκείνος και η ξανθομαλλούσα κεφαλή άρχισε πάλι τον αργό και γεμάτο αφοσίωση πεοθηλασμό.
Η αλήθεια ήταν πως η Φώφη ήταν καλύτερη από την αλλοδαπή στην εργασία αυτή με αποτέλεσμα ο άνδρας να νοιώθει επικίνδυνα έτοιμος να εκσπερματίσει από το αριστερό κεφάλι.
- Ήρεμα καλό μου! είπε ο άνδρας στη μελαχρινή και εκείνη φτύνοντας το πρησμένο  πεοκέφαλο, του απαντησε:
- Τι ηρεμα ρε φίλε? Άντε να τελειώνουμε γιατί με περιμένουν και τα κορίτσια, η Γιούλη και η Πέπη να πάμε για ψώνια.
- Μη ξεχνάς καλή μου πως πρέπει να εκσπερματίσουν και τα δυο κεφάλια ταυτόχρονα αλλιώς αν τελειώσω πρώτα στο στόμα σου, θα πεθάνω.
- Πως? Δεν μου τα πανε αυτά οι θεοί! Δε με νοιάζει! Τα κορίτσια με περιμένουν όπως με περιμένουν και εκείνα τα Prada στη βιτρίνα. Α ξεχασα και το καφέ που θα πάμε μετά οι θεές. Όχι δε τα χάνω με τίποτα. Έλα, χύσε να τελειώνουμε... είπε η Φώφη ξεκινώντας πάλι το πεοθηλασμό.
Ο άνδρας νοιώθοντας την γνωστή έκσταση λίγο πριν την ολοκλήρωση, σήκωσε ψηλά τη χατζάρα που κρατούσε στο δεξί του χέρι και χραπ... έκοψε το κεφάλι της μελαχρινης δυό μόλις στιγμές πριν εκσπερματίσει. Η Νατάσσα όλο αυτό το διάστημα συνέχιζε αργά και με επιμονή το έργο της. Αφού κόπηκε το κεφάλι της Φωφης, η λερναία ύδρα πέταξε αλλά δυο κεφαλια στη θέση του. Μιας κόκκινομαλλας και μιας μελαχρινης.
- Κορίτσια ποιές είστε εσείς? ρώτησε με έκπληξη ο άνδρας.
- Εγώ είμαι η Γιούλη απάντησε η κοκκινομάλλα και δίπλα η Πέπη. Εσύ είσαι ρε καριόλη που έκοψες το κεφάλι της κολλητής μας, της Φωφης και εξαιτίας σου θα χάσουμε τα Prada στη βιτρίνα και το καφεδάκι μας στο cafe Trendy?
- Συγγνώμη κορίτσια αλλά η φίλη σας δεν ήθελε να καταλάβει πως αν τελείωνα πρώτα σε εκείνη, θα πέθαινα.
- Να πεθάνεις ρε μαλάκα! Εξαιτίας σου θα χάσουμε και το καφέ μας... απάντησε η Πέπη και συνέχισε... Όχι τίποτα άλλο, αλλά σήμερα Σάββατο θα είναι μαζεμένοι στη καφετέρια και ένα σωρό αλλά θύματα σα και σένα με τη γλώσσα έξω να θαυμάζουν τα μπουτάκια μας.
Ακολούθησαν μερικές στιγμές σιωπής, ενώ την ίδια ώρα στο διπλανό πεοκεφαλο η ξανθιά Νατάσσα συνέχιζε τη δουλειά της κάνοντας τον Λουκουλο να νοιώθει έτοιμος να ολοκληρώσει. Εκείνος της έπιασε μαλακά τα ολόξανθα φωτεινά μαλλιά της, τραβώντας την μακριά από το ερεθισμένο δεξιό πεοκεφαλο του.
- Σιγά!.. Της είπε γλυκά. Εκείνη έγνεψε καταφατικά και χαμογελώντας έδειξε στωικότητα. Ταυτόχρονα οι δυο φίλες δίπλα μάλωναν καθώς καμία τους  δεν ήθελε να πεοθηλάσει.
- Γιούλη μου όχι! Δε κανω πίπα σε κάποιον που δεν μου έχει δηλώσει απόλυτη υποταγή. Σε κάποιον που να μου δώσει όλο του το είναι, ότι έχει και δεν έχει, την αξιοπρέπεια του, τη νοημοσύνη του, το πορτοφόλι του και φυσικά να έχει ακουμπήσει την δεξιά του παλάμη πάνω στο σκουλαρίκι της μπυροκοιλιτσας μου φωνάζοντας: ορκιζομαι!
- Και γω τα ίδια θα σου λεγα  Πέπη μου. Γιατί να τον τσιμπουκώσω λοιπόν εγώ πρώτη?
Ο Λούκουλος βρισκόταν σε απόγνωση. Έτσι όπως πήγαινε δεν θα κατάφερνε ποτέ να εκσπερματίσει ταυτόχρονα από τα δυο κεφάλια. Η Νατάσσα βλέποντας την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, του κλείσε το μάτι και αθόρυβα πλησίασε το πρόσωπο της στα δυο πεοκέφαλα βάζοντας τα βαθιά στο στόμα της. Στη συνέχεια άρχισε να θηλάζει γρήγορα και παθιασμένα. Οι άλλες δυο γυναίκες συνέχιζαν να τσακώνονται. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο άνδρας εκσπερμάτισε ταυτόχρονα και από τα δυο κεφάλια, βγάζοντας ένα δυνατό μουγκριτό. Αφού συνήλθε σήκωσε ψιλά τη χατζάρα, κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια τις δυο φίλες που τον θωρούσαν με τρόμο.
- Καριολες!... Καλό shopping να χετε!...  τους είπε και με γρήγορη, βίαιη κίνηση πέρασε τη χατζάρα μέσα από τους λαιμούς τους, κόβοντας τους στα δύο. Τότε κάτι αναπάντεχο συνέβη. Μεγάλος σεισμός άρχισε να τραντάζει το λευκό δωμάτιο ενώ τα δυο πεοκέφαλα του άνδρα ενώθηκαν και έγιναν ένα, παίρνοντας το πέος του κανονική μορφή. Ταυτόχρονα η πόρτα του δωματίου άνοιξε, ενώ το σώμα της λερναίας ύδρας μεταμορφώθηκε σε γυναικείο στο πάνω άκρο του οποίου βρισκόταν πλέον φυσιολογικά το κεφάλι της Νατάσσας.
- Είσαι όπως σε φανταζόμουν! Ψιλή με λευκό μεταξενιο δέρμα! της είπε ο άνδρας.
Εκείνη χαμογέλασε και πιάνοντας του το χέρι του είπε με σιγανή γλυκιά φωνή:
- Έλα αγκαπη μου! Παμε να βρούμε ρουκα να φορέσουμε!
Εκείνος έγνεψε χαμογελαστά και αγκαλιασμένοι πήραν το δρόμο για την έξοδο.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Δείπνο με την Καλυψώ (Μια φανταστική, τολμηρή ιστορία)


Η ώρα είχε φτάσει οκτώ και εγώ ήμουν για μια ακόμα φορά ακριβής στο ραντεβού μου. Το σκηνικό στη μικρή κοιλάδα στην χώρα της Απάθειας είχε στηθεί αρκετά εντυπωσιακά, αποπνέοντας ένα μοναδικό μυστήριο. Τα εκατοντάδες μικρά λευκά κεράκια που ήταν φυτεμένα στο γρασίδι σχημάτιζαν ένα τεράστιο φωτεινό κύκλο σε ακτίνα 20 περίπου μέτρων. Στο κέντρο του βρίσκονταν ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι στρωμένο με κόκκινο τραπεζομάντιλο. Τα 2 σερβίτσια παρατεταγμένα το ένα απέναντι στο άλλο, με το ασημένιο κηροπήγιο στη μέση να τα χωρίζει σαν διαιτητής, συμπλήρωναν τo ντεκόρ. Πλησίασα στο τραπέζι και κάθισα στην καρέκλα που έβλεπε προς το κάστρο μου, στο βόρειο άκρο της κοιλάδας.
-Καλησπέρα… άκουσα να μου λέει πίσω από την πλάτη μου η Καλυψώ, το τοπικό θηλυκό βαμπίρ της Απάθειας. Σηκώνομαι για να την χαιρετίσω και η θέα της με εντυπωσιάζει. Ήταν σαφώς πιο περιποιημένη από το πρωί που την πρωτοείδα στο πηγάδι της αυλής μου, με τα μαύρα μαλλιά της χτενισμένα, σαν να χε πάει σε κομμωτήριο και με μια βραδινή τουαλέτα που γυάλιζε από το φως των κεριών που μας περικύκλωναν. Μαύρο μακρύ φόρεμα σε τέλεια αντίθεση με το κάτασπρο δέρμα της.  Σκεφτόμουνα… αυτά τα σατανικά, βαμπίρικα κέρατα να μην είχε στο μέτωπο γαμώτο, θα ήταν τέλεια!
-Σε ευχαριστώ που ήρθες.
-Φαντάζομαι πως δεν είχα και άλλη επιλογή. Το πρωί μου είπες πως αν δεν ερχόμουν στο δείπνο, οι συνέπειες θα ήταν εξαιρετικά δυσάρεστες για μένα. Θα με σκότωνες μου είπες. Αλήθεια, συνηθίζεις να το κάνεις και με άλλους αυτό?
-Προσκαλώ σε δείπνο όλους τους άντρες που επιλέγουν την Απάθεια σαν νέο τόπο διαμονής τους. Αν κάποιος αρνηθεί την πρόσκληση, τότε βγάζω ένα πιστόλι και τον σκοτώνω.
-Καλά, η φαντασία σου είναι χειρότερη και από αυτή του Ρανταπλάν, του σκυλιού που είναι πιο ηλίθιο και από τη σκιά του.. της λέω γελώντας περιπαιχτικά.
-Μη βιάζεσαι. Το ότι δέχτηκες την πρόσκληση δεν σημαίνει πως καθάρισες κιόλας. Στο τέλος του δείπνου θα σε αξιολογήσω και αν κρίνω πως είσαι αρκετά καλός για να γίνεις κάτοικος αυτής της χώρας, τότε θα σου δώσω ένα φιλί. Αν όμως δεν είσαι αυτός που πρέπει, τότε θα σου δαγκώσω το πέος με τρομακτικές συνέπειες μετά για σένα.
-Αρχίζει και γίνεται ενδιαφέρον!.. της είπα, προσπαθώντας να κρύψω το αίσθημα ανησυχίας που άρχισε να αναδύεται μέσα μου.
-Εάν σε δαγκώσω, τότε κάθε φορά που θα εκσπερματίζεις, ο φαλλός σου αντί για σπέρμα θα εκκρίνει χυμό φραγκοστάφυλο. Και ξέρεις… το φραγκοστάφυλο είναι ένα απεχθές φρούτο στην Απάθεια. Εάν σε πάρουν χαμπάρι οι γυναίκες του τόπου αυτού, τότε θα εκδιωχθείς βίαια από δω.
Με είχε αφήσει άφωνο. Και μόνο η σκέψη ότι το πέος μου θα μπορούσε να γίνει αντλία χυμού με τρομοκράτησε.
-Λοιπόν, τι θα φάμε?.. τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να πάω παρακάτω.
-Επέλεξα κοτόσουπα για πρώτο πιάτο και σουτζουκάκια με λαζάνια για δεύτερο.
Την καριόλα… Ήξερε και τα γούστα μου.
-Πολύ καλή επιλογή Καλυψώ. Ελπίζω να σου αρέσει και το κρασί που έφερα. Ένα merlot από τα αμπέλια της χώρας της Απώλειας. Έχω μερικά στην κάβα μου για ειδικές περιπτώσεις.
Το σερβίρισμα έγινε με τρόπο μαγικό όπως μόνο ένα βαμπίρ μπορούσε να κάνει. Σερβιτόροι με ποδιές εμφανίστηκαν από το πουθενά και γέμισαν με φαγητά το τραπέζι. Ξεκινήσαμε να τρώμε. Εκείνη έδειχνε να απολαμβάνει το φαγητό της. Εμένα είχε πάει η καρδιά μου στην κούλουρη.
-Αλήθεια, τι σε έσυρε ως αυτό τον τόπο και θες κιόλας να γίνεις και κάτοικος του?
- Η ανάγκη να ξεχάσω.
-Και τι θέλεις να ξεχάσεις?
-Όλα τα τετριμμένα που ζούσα στη  χώρα της Απώλειας.
- Όταν λες τετριμμένα, τι ακριβώς εννοείς?... με ρώτησε πιο διερευνητικά.
- Την χωρίς νόημα καθημερινότητα μου. Την ανιαρή ρουτίνα μου. Τη ζωή με σκηνές που διαρκώς οι πρωταγωνιστές της είναι απόντες και πάντα είναι γεμάτη με κομπάρσους. Τις μέρες που η ατμόσφαιρα γεμίζει από την αστερόσκονη μιας μεγάλης έκρηξης αλλά που ποτέ μου δεν την έχω δει και πάντα την κυνηγάω. Αυτό το απροσδιόριστο που λείπει… της είπα μελαγχολικά.
- Καταλαβαίνω. Η Απώλεια θέλει πολύ νεύρο για να μπορέσεις να ζήσεις σε αυτή. Όμως και αυτή η χώρα που ήρθες έχει τους δικούς της κανόνες. Μπορεί να σε κουράσουν.
-Μπορεί. Μέχρι τότε όμως μου αρκεί που έφυγα από το βρομότοπο.
Οι ερωτήσεις συνεχίζονταν εκ μέρους της σε ρυθμό ανάκρισης. Προσπαθούσα να σκεφτώ κάποιο  τρόπο για να αποφύγω την χειρότερη έκβαση που θα μπορούσε να  έχει αυτό το δείπνο.
-Καλυψώ, θα ήθελα να σου προτείνω κάτι… της λέω διστακτικά.
-Σε ακούω.
-Αν τελικά με κρίνεις αρνητικά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να τιμωρηθώ? Πρέπει ντε και καλά να γίνει το σώμα μου μηχανή παραγωγής χυμού φραγκοστάφυλου? Μπορώ να ξεκουμπιστώ από τη χώρα της Απάθειας χωρίς όλα αυτά που σκέφτηκες..
-Το ξέρω. Απλά αυτό που εσύ δεν ξέρεις είναι πως σε όποια άλλη χώρα και αν πας, πλην αυτής της Απώλειας απ’όπου και ήρθες, θα σε περιμένει κάποια άλλη σαν εμένα, που θα σε βάλει στην ίδια δοκιμασία και που αν χάσεις, θα εκσπερματίζεις ένα χυμό, που απλά το φρούτο αλλάζει από χώρα σε χώρα.
Αλλά αφού σε φοβίζει η λύση του φραγκοστάφυλου, τότε εντάξει. Αν σε κρίνω αρνητικά, φεύγεις χωρίς συνέπειες.
Είχα απογοητευθεί. Ήμουν παγιδευμένος και δεν είχα το χρόνο να βρω μια καλύτερη λύση.
Η ώρα περνούσε και το  φαγητό είχε σχεδόν τελειώσει.
-Τι θα ήθελες για επιδόρπιο? με ρώτησε
- Τι να σου πω…Παγωτό βανίλια με σιρόπι φραγκοστάφυλο  της είπα ειρωνικά. Έβαλε τα γέλια.
- Άσε θα επιλέξω εγώ. Τι θα λεγες για σοκολατόπιτα, με καβουρδισμένα αμύγδαλα, μια μπάλα παγωτό σοκολάτα από πάνω, περιχυμένα με  ζεστό σιρόπι σοκολάτας και  λίγο κονιάκ?
Ήξερε και το αγαπημένο μου γλυκό. « Από πού να με ξέρεις άραγε?» Έγνεψα καταφατικά το κεφάλι μου και ως δια μαγείας εμφανίστηκε μπροστά μου το γλυκό. «Δε γαμιέται… σκέφτηκα… ότι είναι να γίνει ας γίνει. Και να τη γλιτώσω από δω, το σενάριο του γίνει το πέος μου αποχυμωτής δεν το γλίτωνα. Σε όποιο τόπο και αν πήγαινα, όλο και κάποιο φρούτο θα μου βγαινε. Εκτός αν γύρναγα στην Απώλεια. Αλλά και αυτή η ιδέα φάνταζε χειρότερη».
Το δείπνο είχε τελειώσει. Ένοιωθα ταχυπαλμία στην αναμονή της απάντησης της. Σηκώθηκα όρθιος, Αυτή κάθονταν ήρεμη και με κοίταζε στα μάτια και λίγο παραπέρα..
-Λοιπόν, τι αποφάσισες?
Σηκώθηκε όρθια, με πλησίασε, άπλωσε τα χέρια της στο λαιμό μου, έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να με φιλάει στο στόμα. Δέκα δευτερόλεπτα σχεδόν χωρίς ανάσα.
- Κέρδισες. Μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου κάτοικο αυτής της χώρας. Μπορείς να γυρίσεις στο κάστρο σου.
Ήμουν ανακουφισμένος και έτοιμος να αποχωρήσω με ενθουσιασμό για την επιτυχία μου. Όμως κάτι με σταμάτησε. Την κοίταξα  βαθιά..
-Μια ερώτηση θέλω να σου κάνω πριν φύγω.  Γιατί… φραγκοστάφυλο?
-Είναι το αγαπημένο μου φρούτο, μου απάντησε. Λατρεύω τους χυμούς του.
Την κοίταξα πιο έντονα. Εκείνη ανταποκρίνονταν με ένα μελαγχολικό και παραπονιάρικο ταυτόχρονα βλέμμα. Ιδρώτας άρχισε να κυλά  στο μέτωπο μου, ενώ οι δυνατοί χτύποι της καρδιάς μου έκαναν τις φλέβες μου να πάλλονται. Την πλησίασα και σε απόσταση αναπνοής την ρώτησα διστακτικά...
- Αλήθεια, θα ήθελες ένα απεριτίφ με γεύση… φραγκοστάφυλο?
- Είσαι έτοιμος να μου το προσφέρεις?... ρώτησε με πονηρό χαμόγελο
-Γονάτισε… της είπα με φωνή που πρόδιδε πόθο. Εκείνη υπάκουσε, ενώ εγώ ξεκουμπώνοντας το φερμουάρ του παντελονιού μου έφερα  το πρόσωπο της μπροστά στο πέος μου.