Αναγνώστες

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Έ-ρωτας.

Μερικές από τις πιο περίεργες αναμνήσεις, μου έρχονται όταν ξυπνώ από βαθύ ύπνο.  Όταν τα μάτια ανοίγουν και με καθαρό μυαλό, αλλά θολή ματιά κοιτάζω το ταβάνι του δωματίου μου. Τότε ξεπηδούν παρελθοντικές εικόνες σαν μικρά κομάτια κόπιας ταινίας που παίζει μπροστά μου, σαν συνέχεια των ονείρων, που με ταξίδεψαν στη διάρκεια του ύπνου. Ήμουν, λέει, ξαπλωμένος στο διπλό κρεβάτι της, εκεί στο σκοτεινό ζεστό δωμάτιο. Στα μέσα κάποιου χειμώνα. Έξω έκανε κρύο, όπως σήμερα.  Είχαν προηγηθεί 6 μήνες κυματοειδούς σχέσης. Ραντεβού με πάθος, ραντεβού ακυρωμένα, ζεστά φιλιά, ένα ταξίδι που δεν έβγαλε πουθενά, γαμήσια που πέτυχαν και γαμήσια που δεν πέτυχαν, και τώρα αγκαλιά μαζί της πάλι στο διπλό κρεβάτι. Εκείνη στην αγκαλιά μου κοίταζε αλλού αφηρημένα μετά την ένταση. Εγώ κοίταζα το βλέμμα της που κοίταζε αλλού. Και μετά πιο κάτω στο φουσκωμένο στήθος που κρεμόταν έξω από το μαύρο σουτιέν.
Και τώρα, αναβιώνοντας στο μυαλό μου την θύμηση εκείνη,  η σκέψη μου πήγε σε κάτι κυνικό… Τόσος κόπος για να χώσω κάπου το γουρουνοπούτσι μου! Άξιζε άραγε?... μπορεί και όχι, αλλά δεν έχω μετανιώσει για θυσίες που έκανα για να  γαμήσω. Άλλωστε, για το σεξ ο άνδρας κάνει, σχεδόν, τα πάντα. Αλλά κάποιες φορές το «πληρώνει» ακριβά. Ειδικά όταν τσιμπηθεί. Βλέπεις την άλλη  που λες  από το πουθενά και το υποσυνείδητο σου φωνάζει χωρίς να το καταλάβεις: « μαλάκα, αυτή η γυναίκα θα σε γυρίσει στη μαγεία του βρεφονηπιακού σου παρελθόντος, τότε που ήσουν το κέντρο του κόσμου»! Με άλλα λόγια την ερωτεύεσαι, κάνεις αυθόρμητες ρομαντικές μαιμουδιές, σε γλυκαίνει στην αρχή, σε τεντώνει με τις μαλακίες της μετά, αναγκάζεσαι από τα συμφραζόμενα της και  δίνεις όρκο αιώνιας πίστης ακουμπώντας την παλάμη σου στο μπυροκοίλι της, υποφέρεις τις κυκλοθυμίες της, σε ανταμείβει με μερικά γαμήσια, μετά ξενερώνεις καθώς η μαγεία του έρωτα επιστρέφει στο υποσυνείδητο σου γιατί κρύωσε από το αγιάζι και μετά… σου μένει ο λογαριασμός. Ωστόσο, καιρό μετά, όταν πλέον έχεις τη δική σου σοφία και προπάντων τη δική σου αλήθεια, τα βλέπεις πιο αποστασιοποιημένα τα πράγματα. Σαν ουδέτερος παρατηρητής του ίδιου σου του εαυτού. Και διαπιστώνεις με γλυκόπικρη γεύση αυτό που ποιητής γράφει στον στίχο του: …Έρωτας… Είναι προπάντων η επαλήθευση της μοναξιάς μας,  όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί…

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

Ο Ρόκυ της γειτονιάς


Ήταν μεσημεράκι και μόλις είχα βγει από τα αποδυτήρια του γυμναστηρίου μου, με φόρμα και πετσέτα περασμένη από το λαιμό, έτοιμος για να ανέβω στον ηλεκτρονικό διάδρομο για μερικά χιλιόμετρα. Μέσα στην μικρή αίθουσα με τα δεκάδες όργανα γυμναστικής και τους διαδρόμους τοποθετημένους περιμετρικά στους τοίχους, υπήρχαν 5-6 άτομα. Σάββατο πρωί λίγοι είναι αυτοί που πάνε για γυμναστική σε σχέση με τα βράδια των καθημερινών. Επέλεξα τον διάδρομο που βλέπει μπροστά σε ένα καθρέφτη που είναι κρεμασμένος στον τοίχο, μέσα από τον οποίο μπορείς να δεις όλη τη κίνηση στην αίθουσα. Έβαλα τα ακουστικά του κινητού στα αυτιά για να ακούσω ράδιο στην μοναχική εικονική μου διαδρομή. Πάτησα τα κουμπάκια του διαδρόμου και η βόλτα ξεκίνησε. Λίγα λεπτά μετά και νοιώθοντας τη μονοτονία και τη βαρεμάρα που νοιώθει ο καθένας που κουνάει τα πόδια του πάνω στο διάδρομο, άρχισα να χαζεύω μέσα από τον καθρέφτη. Στην πίσω αριστερή άκρη από το σημείο που βρισκόμουν, ήταν παρατεταγμένοι άλλοι τέσσερις διάδρομοι. Στον μεσαίο έκανε ελαφρύ τζόκιν ένας τύπος γύρω στα 24-25, μεσαίου αναστήματος, αρκετά εύσωμος  με ξυρισμένο κεφάλι και την αξυρισιά του πιθήκου στο πρόσωπο. Τίποτα το αξιοπερίεργο μέχρι εδώ. Ωστόσο κάποια στιγμή άρχισε να κάνει κάποιες κινήσεις εξαιρετικά αστείες. Στα ηχεία του γυμναστηρίου ακουγόταν η μουσική από ένα ραδιοφωνικό σταθμό. Ο τύπος άρχισε, τρέχοντας πάνω στο διάδρομο, να δίνει ρυθμικά γροθιές στον αέρα, πότε με το δεξί χέρι και πότε με το αριστερό. Αφού έριχνε τρεις τέσσερις μπουνιές στον αέρα, μετά κόλλησε τα χέρια του στο σώμα και συνέχισε να τρέχει, ρίχνοντας προς τα εμπρός μία τον αριστερό του ώμο και μία τον δεξιό. Δεν ξέρω αν αυτές οι κινήσεις ήταν μέρος κάποιας ειδικής άσκησης, ωστόσο εμένα μου θύμισαν τον Σιλβέστερ Σταλόνε στον Ρόκυ Μπαλπόα, στη σκηνή που βγήκε στην πλατεία της πόλης του για τρέξιμο πριν τον μεγάλο αγώνα κόντρα στον Απόλλο. Βέβαια εμφανισιακά ο τύπος είχε τόση σχέση με τον Ρόκυ, όσο τα Ιμαλάια με του Φιλοπάππου. Άλλα οι όλες του κινήσεις μου θύμισαν τη σκηνή της ταινίας που έπεφτε το soundtrack Gonna fly now” και ο Ρόκυ έτρεχε μέσα από δρόμους τινάζοντας τις γροθιές του, όπως ο τύπος στον διάδρομο. Μου ρθε γέλιο. Παρόλο που  εκείνη την ώρα  δεν άκουγα το γνωστό τραγούδι από την ταινία εκείνη, αλλά το Passenger του Iggy Pop, ο ρυθμός της μουσικής ταίριαζε γάντι με το τρέξιμο του. Λίγα λεπτά μετά ένα ωραίο γκομενάκι,  ξανθό με πράσινο φούτερ ασορτί με τα βαμμένα πράσινα νύχια της, έπιασε τον διάδρομο δίπλα… στον «Ρόκυ». Εκείνος σοβαρεύτηκε για λίγο και άρχισε να τρέχει με βλέμμα βλοσυρό. Η γκόμενα κοίταζε αδιάφορη ευθεία,  έξω από τη τζαμαρία που ήταν μπροστά τους, στον δρόμο. Ο «Ρόκυ» της έριχνε κλεφτές ματιές. Σε λίγο ξανάρχισε να κουνά τους ώμους του. Το όλο θέαμα ήταν κυριολεκτικά ένα video clip. Το Passenger σε ριμέικ. Σκεφτόμουν πως όταν ακούς μουσική από ακουστικά, μπορεί μεν να απομονώνεσαι από τους ήχους του γύρω σου, αλλά αν μη τι άλλο είναι φοβερά διασκεδαστικό. Βλέπεις ανθρώπους και γεγονότα να λαμβάνουν χώρα, συμπτωματικά σχεδόν πάντα, συνοδεύοντας με ρυθμό τη μουσική που ακούς. Σα να βλέπεις ένα- σχεδόν εικονικό -θεατρικό δρώμενο, μόνο για μία φορά, τη στιγμή δηλαδή που λαμβάνει χώρα το γεγονός. Μετά από ώρα τέλειωνα τη γυμναστική μου. Αφού πάτησα το «stop» του διαδρόμου, περίμενα τη πλαστική λωρίδα κάτω απ΄ τα πόδια μου να σταματήσει. Με την άκρη του ματιού μου διέκρινα, κοιτάζοντας τον καθρέφτη στην δεξιά πλευρά του, μια γκόμενα  με ακουστικά στα αυτιά, να κάνει ποδήλατο πίσω δεξιά και να με κοιτάζει με ελαφρύ μειδίαμα στο στόμα. Ίσως να χα γίνει εγώ ο ήρωας του δικού της video clip,. Την έβλεπα να σιγοψιθυρίζει τους στίχους. Φεύγοντας απ΄ την αίθουσα πέρασα από δίπλα της, αδιάφορα και καλά, για να ακούσω τι έλεγε. Μουρμούριζε ένα τραγούδι της Lady Gaga!.. Όχι ρε γαμώτο! 

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Ντάμα σπαθί ονόματι... Λένα!


Παρασκευή βράδυ. Φεύγοντας απ΄ το σπίτι, στο δρόμο για το γυμναστήριο, πέρασα μπροστά από ένα μικρό καφέ. Μεσοτοιχία με ένα ανθοπωλείο, ένα μικρό αναψυκτήριο, το πολύ 20-30τμ. Θα μπορούσε και να ταν δωμάτιο διαμερίσματος.  «Λένα» το λένε. Μίνι χαρτοπαικτική λέσχη. Ένα τραπέζι στην ουσία, το οποίο ως επί το πλείστον γεμίζει από γυναίκες, γύρω στα 45-50.  Ένα καφέ απαρατήρητο, που θα πρέπει να προσέξεις στο συγκεκριμένο σημείο για να το πάρεις χαμπάρι. Σε βοηθάει σε αυτό και η ροζ ταμπέλα του. Περπατώντας στο πεζοδρόμιο, πέρασα ακριβώς έξω από το καφέ και γύρισα στιγμιαία το κεφάλι μου, παρασυρόμενος από το φως που έφεγγε έξω από το τζάμι της πόρτας . Είδα στο βάθος μια ξανθιά γυναίκα, γύρω στα 50, καθισμένη πάνω από την πράσινη στρογγυλή τσόχα, με τσιγάρο στο στόμα να κοιτά τα δύο φύλλα που κράταγε στα χέρια της. Πίσω της έπαιζε ανοιχτή η τηλεόραση που κρεμόταν στον τοίχο του μαγαζιού, λίγο κάτω από το ταβάνι. Δεν στάθηκα παραπάνω. Θα ήταν και παρεξηγήσιμο. Έφυγα, έκανα  την βραδινή μου γυμναστική και γυρνώντας ακολούθησα το αντίθετο δρομολόγιο. Πέρασα πάλι έξω από το καφέ. Αυτή τη φορά στάθηκα μια-δυο στιγμές παραπάνω. Η ξανθιά, λες και είχα πατήσει το "Pause"  από την τελευταία φορά που πέρασα από κει , κρατούσε πάλι δυο φύλλα στα χέρια της. Τα κοίταζε σκεφτική με τσιγαριά στο στόμα. Déjà vu …  σκέφτηκα. Ζω σε μια πόλη, σε μια περιοχή, που τέτοιου είδους μίνι χαρτοπαικτικές λέσχες υπάρχουν σχεδόν σε κάθε τετράγωνο.  Παρόλο που από χαρτοπαιξία είμαι άσχετος, αυτό το τόσο στενάχωρο μαγαζάκι, με την μεγάλη ροζ ταμπέλα, που θα ταίριαζε περισσότερο σε κομμωτήριο παρά σε καφενείο,  μου φαίνεται πιο γραφικό απ’ όλα. Και ας έχει ένα μόνο τραπεζάκι στην ουσία. Λες και ανοίχτηκε από την... Λένα για τις φίλες της. Σαν τη ξανθιά που ίσως ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις αράδες, στέκεται μπροστά σε δύο τραπουλόχαρτα σκεπτόμενη… «Ντάμα ή Βαλέ? … Σκατά, έμεινα στον άσσο!»

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Μικρά Λάφυρα

Σάββατο βράδυ, περασμένες έντεκα. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει εδώ και καμιά ώρα και τα πάντα στο μικρό καθαρό δήμο, εκεί στα βόρεια της Αθήνας είχαν ποτιστεί για τα καλά. Η κίνηση στον μικρό πεζόδρομο ήταν για ένα ακόμα Σαββατόβραδο αυξημένη. Μικρές παρέες δύο, τριών ατόμων με ομπρέλες ανά χείρας, παρέλαυναν μπροστά από τα καφέ της περιοχής, που μετά τις 10 έριχναν το φωτισμό και μεταμορφώνονταν περίτεχνα σε μπαροειδή στέκια.  Τέσσερα πέντε μαγαζιά που άρχιζαν να γεμίζουν με βραδινούς θαμώνες, οι μουσικές που δυνάμωναν και τα φαγάδικα με το γρήγορο φαγητό που έσφιζαν από πιτσιρικαρία πριν τη μεγάλη έξοδο, έδεναν την εικόνα της νυχτερινής ζωής. Εκεί, στο μεσαίο καφέ μπαρ, η ατμόσφαιρα ήταν άνετη. Το μαγαζί ήταν γεμάτο, όχι ασφυκτικά αλλά όσο έπρεπε. Ξένες μουσικές που σου φτιάχνουν τη διάθεση έκαναν τους θαμώνες να χτυπάνε ρυθμικά τα δάχτυλα τους στα τραπέζια και στο μπαρ ακολουθώντας τη μελωδία. Οι γυναίκες περιποιημένες και γι΄ αυτό κυρίως το λόγο εντυπωσιακές.
Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι είναι αυτό που διαχωρίζει αισθητικά τα νότια από τα βόρεια προάστια, κάνοντας τον βορρά της Αθήνας να μοιάζει με παραμυθούπολη σε σχέση με την νότια πολιτεία της μπίχλας. Η αλήθεια είναι πως… όλα τελικά διαφέρουν. Παρόλα αυτά, το κερασάκι σε αυτή την τούρτα των διαφορών, είναι ίσως οι γυναίκες. Όλες καριόλες είναι βέβαια, αλλά στο θέμα γοητείας κάπου το πράγμα αλλάζει.  Στο Νότο τα κορίτσια δεν πολυενδιαφέρονται. Είτε πάνε για ψώνια, είτε βγαίνουν για βόλτα είτε κάνουν το οτιδήποτε η εμφάνιση φωνάζει για την αδιαφορία τους. Αθλητική φόρμα, άντε κανά τζιν στη καλύτερη ή κανένα συντηρητικό μαύρο πάνινο παντελόνι για πιο κυριλέ καταστάσεις, το μαλλί ξεβαμμένο με τη μαύρη ρίζα να προδίδει το ατημέλητο του πράγματος και το κακό, βαρύ  make up να βάζει την υπογραφή του στην καταδίκη της θηλυκότητας. Από την άλλη στο Βορρά, η ομοιομορφία της περιποιημένης εμφάνισης, τόσο στα σικ ρούχα των γυναικών όσο και στις καλοφτιαγμένες κουπ, κάνει τις γυναίκες να παίρνουν αυτό που η προσπάθεια τους, τους κάνει να αξίζουν: λάμψη.
Έτσι λαμπερή ήταν και η ψιλή νταρντανοφοράδα που στεκόταν με την ξανθιά θεογκόμενα φίλη της και το μουσάτο πούστη με το λευκό τρεντι φανελάκι, εκεί στην άκρη της μπάρας. Δυο μούνες με κεφάλια στο κίτρινο, που μπήκαν μέσα στο μπαρ διεκδικώντας αυτό για το οποίο πάσχιζαν: την αποθέωση.
Η ψιλή με τη φίλη της έπιναν σαμπούγκα με κομματάκια μήλου μέσα στο ποτήρι ενώ ο πούστης έπινε κάτι διαφανές καθώς έπαιζε με το καλαμάκι του ποτηριού του, βάζοντας και βγάζοντας το έξω από το στόμα του προκλητικά, καθώς έδινε έτσι το στίγμα του.
Η όμορφη ήταν στον κόσμο της. Η ψιλή άκουγε τις χαριτωμενιές του πούστη. Την κοίταζα επίμονα.  Αν και το ντύσιμο της δεν ήταν ιδιαίτερα προκλητικό-καθώς τα παραπανίσια κιλά δεν της επέτρεπαν και πολλές μαγκιές- τα δυνατά σημεία της ωστόσο  ήξερε να τα χειριστεί.  Φόραγε μαύρο συνολάκι φούστα μπλούζα με το μπούστο να είναι ακάλυπτο λίγο πάνω απ τη κοιλάδα του στήθους της. Και τι στήθος. Για άρμεγμα… Παρά τη λαχταριστή της εμφάνιση, εκείνο που μου κέντρισε το ενδιαφέρον και μου έγινε εμμονή εκείνο το βράδυ ήταν το γυαλιστερό, μεταλλικό κλειδί που φόραγε εν είδη μενταγιόν στο στήθος. Ένα κλειδί σα να τανε βγαλμένο από παραμύθι, καθώς η σμιλεμένες με τέχνη άκρες του και τα διάφορα σχέδια που το στόλιζαν στη βάση του το έκαναν να μοιάζει με κλειδί που ανοίγει κάποιο πειρατικό μπαούλο στο οποίο κρύβονταν θησαυροί ή την βαριά κλειδαριά μιας επιβλητικής πόρτας που αποτελεί πέρασμα σε κάποιο μυστικό δωμάτιο. Ένα τέτοιο κλειδί κρεμόταν μέσα από μια ελαφριά ασημένια αλυσίδα στη σχισμή του στήθους της κοπέλας, σημάδι το οποίο φώναζε:… είμαι διαθέσιμη!

- Και γω είμαι διαθέσιμος!Ας ενώσουμε λοιπόν τις διαθεσιμότητες μας! σκέφτηκα και αφού πήρα στο χέρι μου το ποτό μου, σαν κυνηγός που παίρνει το όπλο του για κυνήγι, τράβηξα προς το μέρος της με σταθερά βήματα κοιτάζοντας το θήραμα στα μάτια. Τρία βήματα πριν βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με κείνη, γύρισε το βλέμμα της πάνω μου και με αινιγματικό χαμόγελο με κοίταξε σα να μου λεγε:… σε περιμένω.

-         Καλησπέρα… της είπα με άνετο, βελούδινο στυλ και άφησα ανέμελα το ποτό μου πάνω στο ψηλό τραπεζάκι. Χάζευα το κλειδί που έχεις στο στήθος και αναρωτιόμουν πόσα πράγματα μπορεί να ξεκλειδώσει κανείς με αυτό το μικρό μεταλλικό αντικείμενο?
Εκείνη γέλασε και μου απάντησε:… με το συγκεκριμένο… μόνο ένα.
Κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια.
-Με λένε  Ντέπυ.
-Χαίρομαι που σε γνωρίζω Ντέπυ. Εγώ είμαι ο Ρόνυ.
- Ρόνυ?
- Από το Πολυχρόνη.
Ακολούθησε δεύτερο ξέσπασμα σε γέλια το οποίο συνόδεψα με ένα δικό μου. Η κουβέντα ξεκίνησε. Άρχισα να ακούω την ιστορία της, τις ανασφάλειες της, τις εμμονές της, τα προβλήματα της. Όταν δεν είσαι πάρα πολύ πλούσιος για να μπορείς να ψωνίζεις όποιο αιδοίο θέλεις και ανήκεις απλά στην κατηγορία των κοινών θνητών, πρέπει να ακολουθείς αυτό το στάδιο, αναγκαστικά, σαν ένα είδος κυνηγιού. Όπως ο κυνηγός που θέλει να πετύχει το αγριογούρουνο, παραμονεύει στην άκρη, ακούγοντας το ζώο να γρυλίζει κρυμμένο στο θάμνο, όση ώρα χρειαστεί έως ότου αυτό βγει από την κρυψώνα του και το πυροβολήσει, έτσι και γω άκουγα τη ζουμερή ξανθιά, σαν καλός κυνηγός-ψυχαναλυτής, να «γρυλίζει» τα απωθημένα της, αργά και υπομονετικά, έως ότου βρω την ευκαιρία να ρίξω τη τουφεκιά μου.
Η ώρα πέρναγε. Η ξανθιά τα χε πει όλα. Οπότε άρχισε να ρωτάει για μένα. Οι απαντήσεις μου ήταν μικρές και λιτές. Τα λόγια άρχισαν να λιγοστεύουν. Ήθελα «αίμα»  και το ήθελα τώρα. Καθώς η σιωπή έπεσε ανάμεσα μας σαν επακόλουθο της πολύωρης πολυλογίας, η μουσική άρχισε να συνοδεύει τις αργές, αισθησιακές κινήσεις μας. Άρχισα να τη χαιδεύω. Εκείνη ήταν δεκτική. Το ποτάμι δεν γύρναγε πίσω.
-Με έχεις καυλώσει… της ψιθύρισα στο αυτί κοιτάζοντας την επίμονα.
-Και συ!... μου απάντησε.
Της έκανα νεύμα να φύγουμε και εκείνη έγνεψε θετικά. Πλήρωσα τα ποτά, χαιρετήσαμε τις «γλάστρες» που ήταν στη παρέα μας και τις είχαμε γράψει κανονικά όλο το βράδυ και βγήκαμε έξω απ’ το μαγαζί με προορισμό το αυτοκίνητο μου. Τα γκάζια ακολουθούσαν τις ορμές μου σε δύναμη στο δρόμο για το ξενοδοχείο.
Δύο ώρες μετά το γλέντι μπήκαμε ξανά στο αμάξι για την επιστροφή. Την άφησα στο σπίτι της. Πριν βγει έξω μου ζήτησε το τηλέφωνο μου. Σαν τρόπαιο στην ατζέντα της. Της το δωσα.
-Θέλω και γω κάτι δικό σου!... το κλειδάκι σου!
Μου το δωσε. Ήταν το δικό μου μικρό τρόπαιο. Μόνο που σε αυτό εγώ δεν έβλεπα ένα κλειδί, αλλά μια «σφαίρα» που εκείνο το βράδυ πέτυχε το θήραμα που βρέθηκε στο δρόμο μου. Μέχρι το επόμενο!