Αναγνώστες

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Μη μιλάς άλλο για αγάπη

" Πάααρε με και κάνε με ότι θες".... γκλιν γκλον.
- Ωραίος σταθμός αυτός... σκέφτηκε ο Λούκουλος χαζεύοντας το ραδιόφωνο που έπαιζε μουσική.  Είχε πέσει η νύχτα και αυτή η χαλαρή, μπλαζέ μουσική που υπέκρυπτε ωστόσο κρυφά πάθη ήταν η καλύτερη συντροφιά εκείνη τη στιγμή. Ήταν και Παρασκευή και το μυαλό του προσπαθούσε να ισορροπήσει από τα πάθη της εβδομάδας που τελείωνε. Ήταν ζεστό το βράδυ και αυτή η ξεραίλα της ατμόσφαιρας τον εκνεύριζε. Παρά τη κούραση και το μούδιασμα των στιγμών, σηκώθηκε αργά και τράβηξε προς το μπαλκόνι. Στάθηκε κάτω απο την μπαλκονόπορτα, σήκωσε το κεφάλι και άρχιζε να χαζεύει τον αστροφορεμένο ουρανό. Τρόπως του λέγειν αστροφορεμένος, διότι αυτά τα κωλοσύννεφα χαλούσαν το ντεκόρ. Στην ησυχία του δωματίου άκουσε βήματα που δημιουργούσαν ρυθμικούς ήχους στο παλιό ξύλινο πάτωμα. Γύρισε το κεφάλι του και είδε το Παιδί. Έτσι αποκαλούσε πλέον τον Χρόνο που εμφανιζόταν μπροστά του με την μορφή του παιδικού του εαυτού.
-Καλώς τον. Πως απο δώ? Εσύ απεχθάνεσαι τη ζέστη... είπε ο Λούκουλος.
-  Άστα. Όπου και να πάω τώρα έχει ζέστη. Ήρθα απο δω που έχει και ησυχία. Τι κάνεις?
- Τα ίδια.
-Βαριέσαι?
- Βασικά... δε ξέρω. Άπνοια.
- Τι σκέφτεσαι?... ρώτησε το Παιδί τον άνδρα που στεκόταν στην μπαλκονόπορτα.
- Κάτι που μου ήρθε σήμερα το πρωί.
-Τι πράγμα?
- Να... σκέφτηκα πως η ζωή είναι σκληρή. Κάποιες φορές σου φέρνει την αγάπη όταν σου έχει ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα επιθυμίας να αγαπηθείς. Όταν έχεις στεγνώσει.
- Και?
- Και... τίποτα.
- Μη χωλοσκάς. Στα πιο ξερά χώματα ανθίζουν κάποιες φορές  τα πιο σπάνια και όμορφα  λουλούδια. Πάντως έχεις δίκιο. Κάνει πολύ ζέστη εδώ.  Πάω να βουτήξω... είπε το Παιδί και αφού μεταμόρφωσε τα ρούχα του σε μαγιό, διακτινίστηκε την ώρα που έβγαζε απο το πουθενά μια μάσκα βυθού, φορώντας την στο πρόσωπο.
Το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει την Συννεφούλα:... μη μιλάς άλλο για αγάπη, η αγάπη είναι παντού....
- Καλό καλοκαίρι!... σκέφτηκε ο Λούκουλος χαμογελώντας.

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Τα μιλφοκούγκαρα του Αιγαίου


Ήταν μεσημέρι και ο ήλιος έκαιγε την ξανθή άμμο της παραλίας του μικρού κυκλαδίτικου νησιού. Ο Μάξιμος βρισκόταν εκεί από νωρίς το πρωί, έχοντας ξαπλώσει νωχελικά σε μια από τις μεταλλικές ξαπλώστρες της πλαζ. Είχε πατήσει τα 33 και φέτος το καλοκαίρι είχε πάρει την απόφαση να πάει μόνος του διακοπές. Ξαπλωμένος κάτω από την ομπρέλα ο νεαρός άνδρας χάζευε  τις γυναίκες που λιαζόντουσαν γύρω του. Θηλυκά από 25 έως 45 ετών, σύγχρονες μικροαστές, είχαν γεμίσει την παραλία, απολαμβάνοντας τον ήλιο και την θάλασσα. Ο Μάξιμος έχοντας διαλύσει από το φθινόπωρο την τελευταία σχέση του, ήταν εδώ και μήνες ελεύθερος για νέους προορισμούς. Είχε κουραστεί να τα φτιάχνει με συνομήλικες του, καθώς είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι περισσότερες κουβαλούσαν απωθημένα παλαιότερων ανεκπλήρωτων σχέσεων. Απωθημένα που τις έκαναν δυστυχισμένες, καθώς οι αναμνήσεις του παρελθόντος από το οποίο δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν αλλά και οι ενοχές τις οποίες ένοιωθαν, τις εγκλώβιζαν συναισθηματικά. Αυτό είχε ως συνέπεια να συμπεριφέρονται αλλοπρόσαλλα στα επόμενα αρσενικά με τα οποία θα έμπλεκαν. Ένα τέτοιο αρσενικό, πίστευε ο Μάξιμος, πως ήταν και ο ίδιος. 

Η ώρα ήταν δωδεκάμιση και ο καφές στο πλαστικό του ποτήρι είχε τελειώσει. Νοιώθοντας την ανάγκη για καφεΐνη, σηκώθηκε όρθιος και κατευθύνθηκε στο μικρό μπαράκι της παραλίας. Ο νεαρός άνδρας έριξε μια ματιά γύρω του και είδε κάτι που τον έκανε να χαμογελάσει. Σε δύο τρία τραπεζάκια του υπαίθριου μπαρ είχαν αράξει παρέες γυναικών, ηλικίας 40 έως 45 ετών. Ο Μάξιμος εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τον κολλητό του φίλο, τον Πρόδρομο, ο οποίος ήταν λάτρης των ώριμων γυναικών, τις οποίες και αποκαλούσε σκωπτικά ως «μιλφοκούγκαρα». Θυμήθηκε πόσο εντύπωση του χε κάνει η λέξη αυτή όταν την είχε πρωτακούσει:

- Πως τις είπες? Μιλφοκούγκαρα? Και τι σημαίνει?

- Εσύ ρωτάς, που βλέπεις και τσόντες? Είναι ο  συνδυασμός των λέξεων Μίλφ (1)  και Κούγκαρ(2).

- Είσαι απίστευτός!... του απάντησε ο Μάξιμος

 Περιμένοντας να δώσει παραγγελία, ο νεαρός διέκρινε στην άκρη της μπάρας να στέκεται όρθια μια γυναίκα, που σίγουρα ο Πρόδρομος θα την χαρακτήριζε «μιλφοκούγκαρο». Ήταν γύρω στα 45, ψηλή, αδύνατη, ηλιοκαμένη, με ένα μικρό μοβ σκουλαρίκι στον αφαλό, ενώ φορούσε και ένα θαλασσί μπικίνι. Ξεφύλλιζε ένα περιοδικό, στο εξώφυλλο του οποίου υπήρχε η φωτογραφία ενός χελιδονιού να στέκεται σε ένα κλαδί. Καθώς ο Μάξιμος χάζευε το εξώφυλλο, διέκρινε με την άκρη των ματιών του την μελαχρινή γυναίκα να σηκώνει το βλέμμα της από την σελίδα που διάβαζε και να τον κοιτάει. Του χαμογέλασε.

-Παρακαλώ, τι θα θέλατε?.., ρώτησε ο μπάρμαν κόβοντας τη στιγμή στα δύο.

-Ένα φραπέ μέτριο με πολύ γάλα… απάντησε ο Μάξιμος. Ύστερα το βλέμμα του ξανάπεσε σε εκείνο της ώριμης γυναίκας, η οποία είχε πάρει ένα παγάκι από το μπαρ ακουμπώντας το στον λαιμό της. Κοίταζε τον Μάξιμο χαμογελώντας και λίγες στιγμές μετά, άφησε τον πάγο να πέσει χαριτωμένα από το χέρι της στο χώμα. Ύστερα η γυναίκα έβγαλε ένα τσιγάρο μέσα από το μεταλλικό κουτί που είχε για νεσεσέρ , ψάχνοντας να βρει αναπτήρα. Ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ο Μάξιμος την πλησίασε, έβγαλε τον αναπτήρα που είχε στη τσέπη και της άναψε τη φλόγα. Εκείνη καπνίζοντας τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.

- Με λένε Μάξιμο.. συστήθηκε εκείνος χαμογελώντας

- Χαίρω πολύ. Μαργαρίτα! … απάντησε εκείνη.

Έπιασαν τη κουβέντα. Ο νεαρός άνδρας, κατηύθυνε την συζήτηση σε θέματα από αυτά που σπάνε τον πάγο. Κουβέντα για το νησί, τις ομορφιές του αλλά και για αυτά που έμειναν πίσω για λίγο στη μεγάλη πόλη. Η γυναίκα φαινόταν αρκετά δεκτική, ενώ μιλούσε όταν έπρεπε, για να διευκολύνει την συνέχεια της συζήτησης. Είχε έρθει και εκείνη μόνη για διακοπές.

Είχε περάσει ήδη μια ώρα και το ζευγάρι ένοιωθε μεγάλη οικειότητα. Με τη ζέστη να έχει δυναμώσει στο βαθύ μεσημέρι, κατάλαβαν και οι δυο τους πως κάπου εκεί θα έπρεπε να αποχωριστούν. Ο Μάξιμος ζήτησε το τηλέφωνο της. Εκείνη του το έδωσε αμέσως προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να την επισκεφθεί το βραδάκι στο διαμέρισμα της  που είχε θέα το απέραντο γαλάζιο. Εκείνος την άφησε πίσω του με ένα χαμόγελο, χαϊδεύοντας της απαλά το χέρι. Η παραλία είχε γεμίσει από κόσμο, ωστόσο ο Μάξιμος ένοιωθε μια απέραντη ησυχία γύρω του. Νόμιζε πως τα αυτιά του είχαν βουλώσει, χωρίς να μπορεί να ακούσει τίποτα. Ναι, αυτή η γνώριμη ησυχία και γαλήνη που νοιώθει κάποιος όταν ένα ευχάριστο, αναπάντεχο γεγονός του αλλάζει τα δεδομένα.

 Το ρολόι της εκκλησίας στην πλατεία έδειχνε οκτώ. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει στο νησί, αφήνοντας το κοκκινωπό του χρώμα να λερώνει τον γαλάζιο ουρανό. Ο Μάξιμος βρισκόταν στην είσοδο του συγκροτήματος ενοικιαζόμενων δωματίων που διέμενε η Μαργαρίτα, κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι. Ήταν και ρομαντικός! Λίγα λεπτά αργότερα  βρισκόταν έξω από δωμάτιο της. Τον υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Βγήκαν στη βεράντα, όπου η οικοδέσποινα γέμισε δύο ποτήρια με παγωμένο λευκό κρασί. Αφού ήπιαν δυο γουλιές, η γυναίκα τον ρώτησε:

- Λοιπόν; Πού είχαμε μείνει;

Ο νεαρός άνδρας της έδωσε ένα βαθύ φιλί στο στόμα.

Ένα χελιδόνι έκανε την εμφάνιση του από το πουθενά καθώς προσγειώθηκε πάνω στα κάγκελα του διπλανού μπαλκονιού. Ο Μάξιμος με την άκρη του ματιού του το παρατήρησε με έκπληξη, ενθυμούμενος το εξώφυλλο του περιοδικού το πρωί στην πλαζ. Το χελιδόνι κοίταζε τον Μάξιμο ενώ ανοίγοντας το ράμφος του άρχισε να μιλάει λέγοντας: Μίλφ, Μίλφ, Μίλφ, σχεδόν κελαηδιστά.

Ο Μάξιμος το κοίταζε, έχοντας χώσει τη γλώσσα του στο στόμα της Μαργαρίτας. Μια γάτα ξεπρόβαλε μέσα από το διπλανό διαμέρισμα, πλησιάζοντας αθόρυβα το χελιδόνι. Μόλις βρέθηκε σε απόσταση βολής, το αιλουροειδές πήδηξε γραπώνοντας με τα δόντια του το φτωχό πουλάκι. Η Μαργαρίτα τράβηξε τον Μάξιμο γρήγορα μέσα στο δωμάτιο, η γάτα άρχισε να τρώει το γεύμα της, ενώ ο αέρας άρχισε να δυναμώνει στο μικρό κυκλαδίτικο νησί.-


Σημείωση: (1) M.I.L.F. (Μιλφ): Mother I would Like to Fuck. Σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «η μάνα που θα θελα να κάνω σεξ μαζί της». Στην ορολογία των ταινιών πορνό, ο όρος  M.I.L.F. αναφέρεται στις ώριμες γυναίκες ηλικίας 35-45 ετών.

(2) Cougar (Κούγκαρ): Είδος πάνθηρα που ζει στην Αμερική. Μεταφορικά ο όρος χρησιμοποιείται στις ταινίες πορνό για να χαρακτηρίσει ώριμες γυναίκες οι οποίες «κυνηγούν» και διεκδικούν ερωτικά νεαρούς άνδρες. 

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ένα όνειρο?

?

Ο ουρανός είχε αποκτήσει γκρίζο χρώμα εκείνο το πρωινό, ενώ ο αέρας χόρευε γρήγορα  απο κάτω του με απροσδιόριστες κινήσεις. Ο Λούκουλος περπατούσε τη  μεγάλη λεωφόρο στην άκρη της πόλης με σταθερά βήματα, χωρίς να ξέρει τον προορισμό του. Άλλωστε αυτή η έλλειψη προορισμού ήταν που τον έκανε να νοιώθει μεγαλύτερη ελευθερία και λιγότερο άγχος. Αυτό τον γέμιζε με ευχαρίστηση κάθε φορά που το μυαλό του και η ζωή του έπηζαν απο διάφορες μαλακίες της καθημερινής του ζωής. Περπάταγε κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, σαν την κεφαλή μια αργόσυρτης, σχεδόν ακατανόητης και βαρετής παρέλασης. Ο δρόμος ήταν άδειος γύρω του. Πήρε την απόφαση και άφησε το πεζοδρόμιο, προχωρώντας προς την μέση του δρόμου. Στάθηκε πάνω στην λευκή διαχωριστική λωρίδα και κοίταξε μπροστά. Το τοπίο ήταν γκρίζο και θολό. Δεν προμύνηε κάτι θετικό. Ξεκίνησε να βαδίζει προς τα εμπρός. Τα βήματα του γίνονταν όλο και πιο αργά, σα να ήθελε κάποια δύναμη να εμποδίσει την πορεία του προς τα μπρος. Καθώς προχωρούσε, έβλεπε να βγαίνουν ξαφνικά κάτω απο την άσφαλτο, στις δύο λωρίδες του δρόμου, δεξιά και αριστερά, διάφορα μορφώματα. Από την αριστερή  λωρίδα, οι μορφές  είχαν την όψη δαιμόνων. Όχι όμως τρομακτικών, αλλά όμορφων και εντυπωσιακών. Απο την δεξιά λωρίδα, ξεφύτρωναν μικρά, καμπουριασμένα πλάσματα που του μίλαγαν με νοήματα. Σιωπηλά. Σα να έπρεπε εκείνος να αποκωδικοποιήσει τα λόγια τους. Το σκηνικό έμοιαζε με ηλεκτρονικό παιχνίδι, στο οποίο ο ήρωας προχωράει στη πίστα και πρέπει να σκοτώσει τα διάφορα τέρατα που εμφανίζονται μπροστά του. Ο Λούκουλος όμως δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή ποια ήταν μπροστά του τα τέρατα που έπρεπε να σκοτώσει. Μήπως ήταν οι προκλητικά πανέμορφοι δαίμονες στα αριστερά ή μήπως τα απροσδιόριστης ιδιότητας πλάσματα στα δεξιά? Ή μήπως και τα δύο? Ταυτόχρονα φαινόταν πως ανάμεσα στις δύο πλευρές, στα όντα της δεξιάς και της αριστερής λωρίδας υπήρχε έντονος ανταγωνισμός, για το ποιός θα κερδίσει την προτίμηση του άνδρα που περπάταγε πάνω στη λευκή λωρίδα. Εκείνος άρχισε να νοιώθει αφόριτη πίεση. Σε πείσμα των καταστάσεων συνέχισε την πορεία του προς τα εμπρός. Το τοπίο μπροστά του άρχισε να γίνεται όλο και πιο γκρίζο. Τα τέρατα δεξιά και αριστερά του, καλά και κακά, πολλαπλασιάζονταν, βγαίνοντας απο την γη κατά δεκάδες. Ο Λούκουλος έψαχνε για μια διέξοδο. Μπροστά του όμως  υπήρχε ένας θολό τοπίο το οποίο ήταν  μονόδρομος για κείνον και στο οποίο έπρεπε να κατευθυνθεί. Έψαχνε απεγνωσμένα για έναν απο μηχανής θεό. Άρχισε να τρέχει. Οι ελκυστικοί δαίμονες αριστερά του γέλαγαν. Τα κοντά πλάσματα δεξιά του μίλαγαν πιο γρήγορα την άλαλη διάλεκτο τους. Οι σφυγμοί του είχαν ανέβει και ο ιδρώτας απο το μέτωπο και τον λαιμό του πετάγονταν δεξιά και αριστερά, όπως τα υγρά ενος δοχείου που βρίσκεται στο μέγιστο της βράσης και οι σταγόνες φεύγουν ανεξέλεγκτα. Στο βάθος του δρόμου και πάνω στην λευκή διαχωριστική λωρίδα του , ο άνδρας με θολά μάτια άρχισε να διακρίνει την φιγούρα ενός μικρού παιδιού, η οποία γινόταν όλο και πιο ευκρινής καθώς άφηνε πίσω του τον δρόμο. Τι παράξενο. Το παιδί έμοιαζε με εκείνον στην παιδική του  ηλικία. Θα λεγε κανείς πως ήταν ο ίδιος, με χώμα πάνω στα χέρια και τα ρούχα του. Σαν να άφησε το παιχνίδι του σε κάποιο πάρκο απο μια άλλη εποχή και πέταξε στο τώρα. Το παιδί φόραγε μια παράξενη στολή, σαν αποκριάτικη. Η στολή απεικόνιζε ένα ρολόι, που οι δείκτες του όμως κινούταν σα να ήταν αληθινοί. Σαν πραγματικό ρολόι. Ο άνδρας είχε φτάσει σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων απο το παιδί. Λές να ήταν αυτό ο απο μηχανής?... σκεφτόταν. Σε απάντηση αυτής της απορίας του, μια λεζάντα μέσα σε φωτοστέφανο απο αστερόσκονη σχηματίστηκε πάνω απο το κεφάλι του παιδιού που έγραφε: God from the machine?... Not this time. Η ανησυχία του Λούκουλου άρχισε να μεγαλώνει. Τόσο που στο τέλος τα πόδια του άρχισαν να βαραίνουν.  Τα βήματα του γίνοταν όλο και πιο αργά. Πλέον περπάταγε σερνόμενος, αφήνοντας το τρέξιμο στα δευτερόλεπτα του παρελθόντος που μόλις πέρασε. Στο τέλος έμεινε ακίνητος σχεδόν δέκα μέτρα απόστασης απο το παιδί. Εκείνο τον κοίταζε βλοσυρό. Εκείνος κοίταζε δεξιά και αριστερά τον δρόμο που ήταν γεμάτος απο πλάσματα και δαίμονες. Έκλεισε τα μάτια και ζωγράφισε στο μυαλό του μια λίμνη με σκούρο χρώμα. Μια κυκλική λίμνη που περιμετρικά κατέλειγε και έκλεινε σε ένα μεταλλικό φερμουάρ. Ο Λούκουλος άνοιξε τα μάτια του και μαζί με αυτά και το φερμουάρ. Το νερό της λίμνης που μέχρι τότε έμοιαζε ακίνητο μέσα της, άρχισε να χύνεται στην άσφαλτο, κατακλύζοντας την και πνίγοντας όλα τα πλάσματα που βρίσκοταν εκεί. Μόνο εκείνος και το παιδί έμοιαζαν ανεπηρέαστοι απο την ξαφνική πλημμύρα, καθώς υπήρχε ένας κύκλος που εμπόδιζε το νερό να τους πλησιάσει. Το παιδί κοίταζε χαμογελαστό τον Λούκουλο και λίγα δευτερόλεπτα μετά του ψιθύρισε:
- Μέχρι τον επόμενο εφιάλτη!
Τότε το παιδί εξεράγη, ενώ τα κομμάτια του φώτισαν με την λάμψη τον χώρο. Το σκηνικό επανήλθε στην κανονική του μορφή. Ο δρόμος με την λευκή διαχωριστική γραμμή ξανάγινε όπως ήταν, με αυτοκίνητα να τον διασχίζουν και ανθρώπους να περπατάνε στο πλάι του. Ο Λούκουλος εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στην διαχωριστική γραμμή ακίνητος. Κοίταζε ευθεία μπροστά και έβλεπε πως τη θέση του θολού τοπίου είχε πάρει ένα καταπράσινο βουνό που δέσποζε μπροστά. Πουλάκια πετούσαν ανέμελα μπροστά του τιτιβίζοντας, ενώ ο ήλιος βάφτιζε με το λαμπρό του φως ότι τύχαινε να τον δει.
- Όνειρα... σκέφτηκε και βάδισε προς το αριστερό πεζοδρόμιο, μπλέκοντας την σκιά του με εκείνη των υπόλοιπων πεζών.