?
Ο ουρανός είχε αποκτήσει γκρίζο χρώμα εκείνο το πρωινό, ενώ ο αέρας χόρευε γρήγορα απο κάτω του με απροσδιόριστες κινήσεις. Ο Λούκουλος περπατούσε τη μεγάλη λεωφόρο στην άκρη της πόλης με σταθερά βήματα, χωρίς να ξέρει τον προορισμό του. Άλλωστε αυτή η έλλειψη προορισμού ήταν που τον έκανε να νοιώθει μεγαλύτερη ελευθερία και λιγότερο άγχος. Αυτό τον γέμιζε με ευχαρίστηση κάθε φορά που το μυαλό του και η ζωή του έπηζαν απο διάφορες μαλακίες της καθημερινής του ζωής. Περπάταγε κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, σαν την κεφαλή μια αργόσυρτης, σχεδόν ακατανόητης και βαρετής παρέλασης. Ο δρόμος ήταν άδειος γύρω του. Πήρε την απόφαση και άφησε το πεζοδρόμιο, προχωρώντας προς την μέση του δρόμου. Στάθηκε πάνω στην λευκή διαχωριστική λωρίδα και κοίταξε μπροστά. Το τοπίο ήταν γκρίζο και θολό. Δεν προμύνηε κάτι θετικό. Ξεκίνησε να βαδίζει προς τα εμπρός. Τα βήματα του γίνονταν όλο και πιο αργά, σα να ήθελε κάποια δύναμη να εμποδίσει την πορεία του προς τα μπρος. Καθώς προχωρούσε, έβλεπε να βγαίνουν ξαφνικά κάτω απο την άσφαλτο, στις δύο λωρίδες του δρόμου, δεξιά και αριστερά, διάφορα μορφώματα. Από την αριστερή λωρίδα, οι μορφές είχαν την όψη δαιμόνων. Όχι όμως τρομακτικών, αλλά όμορφων και εντυπωσιακών. Απο την δεξιά λωρίδα, ξεφύτρωναν μικρά, καμπουριασμένα πλάσματα που του μίλαγαν με νοήματα. Σιωπηλά. Σα να έπρεπε εκείνος να αποκωδικοποιήσει τα λόγια τους. Το σκηνικό έμοιαζε με ηλεκτρονικό παιχνίδι, στο οποίο ο ήρωας προχωράει στη πίστα και πρέπει να σκοτώσει τα διάφορα τέρατα που εμφανίζονται μπροστά του. Ο Λούκουλος όμως δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή ποια ήταν μπροστά του τα τέρατα που έπρεπε να σκοτώσει. Μήπως ήταν οι προκλητικά πανέμορφοι δαίμονες στα αριστερά ή μήπως τα απροσδιόριστης ιδιότητας πλάσματα στα δεξιά? Ή μήπως και τα δύο? Ταυτόχρονα φαινόταν πως ανάμεσα στις δύο πλευρές, στα όντα της δεξιάς και της αριστερής λωρίδας υπήρχε έντονος ανταγωνισμός, για το ποιός θα κερδίσει την προτίμηση του άνδρα που περπάταγε πάνω στη λευκή λωρίδα. Εκείνος άρχισε να νοιώθει αφόριτη πίεση. Σε πείσμα των καταστάσεων συνέχισε την πορεία του προς τα εμπρός. Το τοπίο μπροστά του άρχισε να γίνεται όλο και πιο γκρίζο. Τα τέρατα δεξιά και αριστερά του, καλά και κακά, πολλαπλασιάζονταν, βγαίνοντας απο την γη κατά δεκάδες. Ο Λούκουλος έψαχνε για μια διέξοδο. Μπροστά του όμως υπήρχε ένας θολό τοπίο το οποίο ήταν μονόδρομος για κείνον και στο οποίο έπρεπε να κατευθυνθεί. Έψαχνε απεγνωσμένα για έναν απο μηχανής θεό. Άρχισε να τρέχει. Οι ελκυστικοί δαίμονες αριστερά του γέλαγαν. Τα κοντά πλάσματα δεξιά του μίλαγαν πιο γρήγορα την άλαλη διάλεκτο τους. Οι σφυγμοί του είχαν ανέβει και ο ιδρώτας απο το μέτωπο και τον λαιμό του πετάγονταν δεξιά και αριστερά, όπως τα υγρά ενος δοχείου που βρίσκεται στο μέγιστο της βράσης και οι σταγόνες φεύγουν ανεξέλεγκτα. Στο βάθος του δρόμου και πάνω στην λευκή διαχωριστική λωρίδα του , ο άνδρας με θολά μάτια άρχισε να διακρίνει την φιγούρα ενός μικρού παιδιού, η οποία γινόταν όλο και πιο ευκρινής καθώς άφηνε πίσω του τον δρόμο. Τι παράξενο. Το παιδί έμοιαζε με εκείνον στην παιδική του ηλικία. Θα λεγε κανείς πως ήταν ο ίδιος, με χώμα πάνω στα χέρια και τα ρούχα του. Σαν να άφησε το παιχνίδι του σε κάποιο πάρκο απο μια άλλη εποχή και πέταξε στο τώρα. Το παιδί φόραγε μια παράξενη στολή, σαν αποκριάτικη. Η στολή απεικόνιζε ένα ρολόι, που οι δείκτες του όμως κινούταν σα να ήταν αληθινοί. Σαν πραγματικό ρολόι. Ο άνδρας είχε φτάσει σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων απο το παιδί. Λές να ήταν αυτό ο απο μηχανής?... σκεφτόταν. Σε απάντηση αυτής της απορίας του, μια λεζάντα μέσα σε φωτοστέφανο απο αστερόσκονη σχηματίστηκε πάνω απο το κεφάλι του παιδιού που έγραφε: God from the machine?... Not this time. Η ανησυχία του Λούκουλου άρχισε να μεγαλώνει. Τόσο που στο τέλος τα πόδια του άρχισαν να βαραίνουν. Τα βήματα του γίνοταν όλο και πιο αργά. Πλέον περπάταγε σερνόμενος, αφήνοντας το τρέξιμο στα δευτερόλεπτα του παρελθόντος που μόλις πέρασε. Στο τέλος έμεινε ακίνητος σχεδόν δέκα μέτρα απόστασης απο το παιδί. Εκείνο τον κοίταζε βλοσυρό. Εκείνος κοίταζε δεξιά και αριστερά τον δρόμο που ήταν γεμάτος απο πλάσματα και δαίμονες. Έκλεισε τα μάτια και ζωγράφισε στο μυαλό του μια λίμνη με σκούρο χρώμα. Μια κυκλική λίμνη που περιμετρικά κατέλειγε και έκλεινε σε ένα μεταλλικό φερμουάρ. Ο Λούκουλος άνοιξε τα μάτια του και μαζί με αυτά και το φερμουάρ. Το νερό της λίμνης που μέχρι τότε έμοιαζε ακίνητο μέσα της, άρχισε να χύνεται στην άσφαλτο, κατακλύζοντας την και πνίγοντας όλα τα πλάσματα που βρίσκοταν εκεί. Μόνο εκείνος και το παιδί έμοιαζαν ανεπηρέαστοι απο την ξαφνική πλημμύρα, καθώς υπήρχε ένας κύκλος που εμπόδιζε το νερό να τους πλησιάσει. Το παιδί κοίταζε χαμογελαστό τον Λούκουλο και λίγα δευτερόλεπτα μετά του ψιθύρισε:
- Μέχρι τον επόμενο εφιάλτη!
Τότε το παιδί εξεράγη, ενώ τα κομμάτια του φώτισαν με την λάμψη τον χώρο. Το σκηνικό επανήλθε στην κανονική του μορφή. Ο δρόμος με την λευκή διαχωριστική γραμμή ξανάγινε όπως ήταν, με αυτοκίνητα να τον διασχίζουν και ανθρώπους να περπατάνε στο πλάι του. Ο Λούκουλος εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στην διαχωριστική γραμμή ακίνητος. Κοίταζε ευθεία μπροστά και έβλεπε πως τη θέση του θολού τοπίου είχε πάρει ένα καταπράσινο βουνό που δέσποζε μπροστά. Πουλάκια πετούσαν ανέμελα μπροστά του τιτιβίζοντας, ενώ ο ήλιος βάφτιζε με το λαμπρό του φως ότι τύχαινε να τον δει.
- Όνειρα... σκέφτηκε και βάδισε προς το αριστερό πεζοδρόμιο, μπλέκοντας την σκιά του με εκείνη των υπόλοιπων πεζών.