Αναγνώστες

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Miss Μέση Ελληνίδα!


Τα ηλιοκεντημένα κύματα απλώνονταν με χάρη πάνω στη χρυσή άμμο της παραλίας του μικρού κυκλαδίτικου νησιού. Ο αέρας με τη ζεστή του αύρα παρέσυρε μείγματα μυρωδιών από ιώδιο, αλάτι, αντηλιακό γαλάκτωμα και ψητών από τις παραθαλάσσιες ταβέρνες, φτιάχνοντας ένα χαρακτηριστικό κοκτέιλ που μόνο στις πολυσύχναστες παραλίες μπορείς να συναντήσεις. Στην αμμουδιά δεκάδες κορμιά, κυρίως νεανικά, λιάζονταν ανέμελα ρουφώντας τις τελευταίες απογευματινές ακτίνες του ήλιου, λίγο πριν εκείνος πάρει το γνωστό καθοδικό ταξίδι της φυγής. Ένα κύμα κουβαλώντας στην κορυφή του ένα μικρό πράσινο φύκι έσκασε στην καυτή άμμο, προσγειώνοντας το μικρό του φορτίο στις άκρες των δακτύλων δύο στρογγυλών γυναικείων πελμάτων. Εκείνα, συγχρονισμένα, αναδιπλώθηκαν και η γυναικεία φιγούρα σηκώθηκε πάνω από την μεγάλη ροζ πετσέτα πάνω στην οποία  λιαζόταν. Φόρεσε τα σανδάλια που στη βάση τους είχαν τους παχείς, δεκάποντους πάτους, που το καλοκαίρι αυτό ήταν της μόδας στην ελληνική επικράτεια. 1,62μ ύψος που με την ανάλογη βοήθεια γινόταν 1,72μ. Ζουμπουρλή με μακρύ, φουντωτό μαύρο μαλλί με μπούκλες, γύρω στα 28-30, γύρισε το λιονταρίσιο κεφάλι της προς την άλλη άκρη της παραλίας. Το βλέμμα της ήταν βαρύ, με μαυρίλες κάτω από τις σακούλες των ματιών, προϊόν κακού ντεμακιγιάζ. Έριξε ένα δυνατό τσιγαρόβηχα, με τη ροχάλα στα βάθη του λαιμού της να ψάχνει απεγνωσμένα να βγει έξω. Όχι βέβαια, δεν θα έφτυνε, δεν θα ήταν και πολύ θηλυκό αυτό.
-Γαμημένο Silk Cut… σκέφτηκε και φόρεσε τα μαύρα στρογγυλά πατομπούκαλα, από αυτά που καλύπτουν όλο το πρόσωπο για να κρύψει και το κάρβουνο των ματιών της. Στεκόταν όρθια και περήφανη, κοιτάζοντας το beach bar στην άλλη άκρη της μικρής αυτής παραλίας. Το μπυροκοίλι της έστεκε σαν μικρός οβάλ βράχος πάνω από τα κυταριτιδιασμένα μπούτια της, με ένα πράσινο πετράδι να στολίζει τον αφαλό της, κρύβοντας ταυτόχρονα επιμελώς το βάθος του. Κοίταζε ευθεία ρουφώντας όλα τα αρσενικά βλέμματα πάνω της. Τα αντιλαμβανόταν και κάτι ζητούσε από αυτά. Ναι, ζητούσε την υποταγή τους. Όπως οι ιππότες που γονάτιζαν μπροστά στο Εξκάλιμπερ του βασιλιά Αρθούρου, έτσι και η θαμνομαλλούσα Φώφη απαιτούσε υποταγή από τα βλέμματα των αρσενικών παραθεριστών, υποταγή μπροστά στην πρασινοστολισμένη πατσαδιασμένη κοιλιά της. Αφού έκατσε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη, έσκυψε με αέρινη κίνηση να πάρει το αδιάβροχο πορτοφόλι και το κινητό της από την πετσέτα, ενώ ο αέρας σήκωνε το λουλουδένιο παρεό της, αφήνοντας να διαφανούν οι φλεβίτιδες και οι κρεατοελιές του ελληνοπρεπούς, θηλυκού κορμιού της. Ξανασηκώθηκε και με αργό βήμα άρχισε να προχωρά προς το μπαράκι για ένα ακόμα καφέ. Τίναζε αργά τα πόδια της σε κάθε βήμα, πετώντας δεξιά και αριστερά την άμμο, αδιαφορώντας για το ποιος βρισκόταν δίπλα. Οι χοντρουλές γάμπες της, τα μοσχαναθρεμένα καπούλια και τα μπουζουκοειδή οπίσθια της λικνίζονταν επιδεικτικά στο πέρασμα της. Τα στήθη της, στοιβαγμένα στο στενό μπικίνι, έμοιαζαν με μικρές μπαλότσες, σαν δηλαδή εκείνα τα μικρά μπαλόνια που έχουν τα κότερα στα πλευρά τους σαν προστατευτικούς αερόσακους για να μην συγκρούονται με άλλα πλεούμενα που είναι δεμένα δίπλα τους στις μαρίνες. Στα οπίσθια της, στο πίσω μέρος του μαγιό της ήταν γραμμένη η φράση: Προσοχή, εύθραυστο!, προειδοποιώντας κάθε επίδοξο «πορθητή» για τις συνέπειες των πράξεων του. Προσοχή, έυθραυστο! για αυτά τα καπούλια που έτσι και έσκαγαν θα έλουζαν τον άτυχο επιβήτορα που θα είχε την ατυχία να είναι πίσω τους με ένα κοκτέιλ ματαιοδοξίας, βλακείας και απύθμενης αλλαζονείας. Η θαμνομαλλούσα Φώφη προχωρούσε αμέριμνη προς το μπαρ, ώσπου χτύπησε το έξυπνο ροζουλί κινητό της. Το σήκωσε και με φωνή νταλικέρη είπε ξεροβήχωντας: - Έλα Τζενάκι, πάω να πάρω καφέ…
Καθώς όμως το μυαλό της ήταν στη κουβέντα, δεν παρατήρησε τον μικρό βράχο που βρισκόταν μπροστά της, με συνέπεια να σκοντάψει πέφτοντας φαρδιά πλατιά στην ζεστή άμμο. Στην κακοτυχία της στιγμής και καθώς ήταν ξαπλωμένη, το μικρό σκουλαρίκι στον αφαλό μεταμορφώθηκε σε άγκυρα η οποία άρχισε να κατεβαίνει πιασμένη από μια αλυσίδα που καθώς έβγαινε φανέρωνε το βάθος της κοιλίτσας της. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, η άγκυρα έπιασε άμμο και γατζώθηκε σε μια μικρή πέτρα. Η Φώφη ένοιωθε ντροπή. Σήκωσε το κεφάλι της και προς μεγάλη της έκπληξη είδε τσούρμο από άντρες που λιάζονταν να σηκώνονται από τις ξαπλώστρες και ντυμένοι ναύτες να της δίνουν το χέρι τους για να σηκωθεί. Εκείνη χαμογέλασε και άνοιξε το στόμα της για να πει «Ευχαριστώ!». Όμως δεν μπορούσε. Αντί για «ευχαριστώ» έβγαλε ένα «Μπουυυυυ», σαν τον βαθύ ήχο που βγάζουν οι κόρνες αέρος των πλοίων όταν αναχωρούν από τα λιμάνια. Παρόλα αυτά, οι ναύτες την βοήθησαν να σηκωθεί, ενώ φτάνοντας στο μπαρ της παραλίας, δεκάδες άλλες κοπέλες άνοιξαν το στόμα τους, βγάζοντας το γνωστό «Μπουυυυ», καλωσορίζοντας την μικρή γοργόνα στο λιμάνι τους.